Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

Ένας άδικος νόμος, μία άδικη ποινή!

Γράφει η Σοφία Προβοπούλου

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα κατά της θανατικής ποινής, έχω την ανάγκη να αναφερθώ σ’ αυτόν τον έσχατο τρόπο τιμωρίας που αποτελεί έντονα αμφισβητήσιμο τρόπο επιβολής ποινής κατά την απόδοση της δικαιοσύνης και που αρκετές περιοχές του πλανήτη τον διατηρούν. Επίσης, αποτελεί και επίκαιρο θέμα για την ελληνική πολιτική σκηνή καθώς νέο μέλος της βουλής και πρόεδρος (ακρο)δεξιού κόμματος, υποστήριξε πως θα πρέπει να γίνει δημοψήφισμα για να νομιμοποιηθεί και πάλι η θανατική ποινή για ορισμένες περιπτώσεις!

Αξίζει, όμως, πρώτα απ’ όλα, να ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία της θανατικής ποινής.

Η θανατική ποινή υπήρχε ανέκαθεν, από την αρχαιότητα έως και τον 20ο αιώνα, ως συνήθης δημόσια ποινή μαζί με τις σωματικές , τις χρηματικές ποινές, την ατιμία και την εξορία. Οι σκοποί και οι λειτουργίες, ωστόσο, που εξυπηρετούσε η θανατική ποινή στη μακραίωνη ιστορία της διέφεραν από εποχή σε εποχή και από κοινωνία σε κοινωνία. Η αμφισβήτηση της θανατικής ποινής έγινε στα νεότερα χρόνια και σημειώθηκε ιδίως μετά τη Γαλλική Επανάσταση(1789), υπό την ώθηση του πνευματικού κινήματος των διαφωτιστών.

Η θανατική ποινή, κατά τη γνώμη μου, είναι απάνθρωπη καθώς δεν σέβεται και δεν εκτιμά την αξία της ανθρώπινης ζωής. Όλοι οι άνθρωποι, μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι, έχουν το δικαίωμα στη ζωή. Κάθε δημοκρατική κοινωνία πρέπει να κατανοεί πως επειδή κάποιος εγκλημάτησε, δεν στερείται της ανθρώπινης ιδιότητας. Τοιουτοτρόπως, έχει την υποχρέωση να σέβεται και να προστατεύει την αξία κάθε προσωπικότητας και κάθε ανθρώπινης ζωής χωρίς εξαιρέσεις και παραμέτρους. Ας λάβει κανείς υπόψη του και τη ψυχική βία που ασκείται στο μελλοθάνατο, γνωρίζοντας τον επικείμενο θάνατο του. Πρόκειται για ένα είδος βασανιστηρίου, ψυχολογικού μεν, δεν παύει όμως να παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα. Έτσι κι αλλιώς, διαχρονικά, αν μελετήσουμε, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα τιμωρούν με θάνατο , άκρα βασανιστικό θα έλεγα, τους πολιτικούς τους αντιπάλους και στη συνέχεια αυτούς που περιφρονούν την ανθρώπινη αξία.

Ακολούθως, η θανατική ποινή δεν αποτελεί ποινή κατασταλτική της εγκληματικότητας. Αντίθετα, η πράξη «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» είναι πολύ επικίνδυνη για την κοινωνία καθώς επαναλαμβάνει πράξεις καταδικαστέες και υπάρχει ένας φαύλος κύκλος που παράγει βία. Όταν ένα κράτος ως τιμωρία σ ΄ έναν εγκληματία τον εκτελεί, σε περίπτωση που ο τελευταίος δολοφόνησε, το κράτος πράττει το ίδιο για το οποίο καταδίκασε τον θύτη που καταλήγει να είναι «θύμα» του κράτους. Το κράτος, έτσι, μετατρέπεται σε νομιμοποιημένο δολοφόνο και παραβιάζει με τη συναίνεσή μας, όταν φυσικά υπάρχει δημοκρατία, το δικαίωμα μας στη ζωή. Μήπως μ’ αυτόν τον τρόπο επιτρέπουμε στο κράτος να παραβιάσει κι άλλα δικαιώματά μας;

Η θανατική ποινή, ακόμη, δεν αποτελεί παραδειγματική τιμωρία για την κοινωνία και δεν μειώνει την εγκληματικότητα. Όπως όλοι γνωρίζουμε, η θανατική ποινή, ως εσχάτη των ποινών, επιβαλλόταν και επιβάλλεται σε ορισμένες περιοχές για τα πιο βαριά εγκλήματα τα οποία πραγματοποιούν ψυχροί, άρρωστοι φυσικά και φανατισμένοι δολοφόνοι. Η θανατική ποινή, πιστεύω ακράδαντα πως, δεν προλαμβάνει κανένα έγκλημα. Στατιστικές πολλών χωρών έδειξαν ότι αμέσως μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής δεν μειώθηκαν τα  κακουργήματα. Στη Δανία, για παράδειγμα, το 1944, όταν οι Γερμανικές αρχές κατοχής διέλυσαν τη δανική αστυνομία επειδή τις σαμποτάριζε κι επέβαλαν τη θανατική ποινή, αυξήθηκε ο αριθμός των εγκλημάτων γενικά. Οι δολοφόνοι, όπως είπαμε παραπάνω, είναι ψυχροί, άρρωστοι και φανατισμένοι, ενώ πολλές φορές παίρνουν μέρος (ιδίως τρομοκράτες) σε επιχειρήσεις αυτοκτονίας. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πως η θανατική ποινή δεν αποτελεί απειλή για δράστες στυγερών εγκλημάτων, ενώ δεν αποτελεί σωστό παράδειγμα για τους υπόλοιπους πολίτες, γιατί οι πολίτες μ’ αυτόν τον τρόπο εκφοβίζονται. Και φυσικά δεν θέλουμε στην κοινωνία να υπάρχουν άνθρωποι απειλούμενοι και εκφοβισμένοι και ούτε να συμφωνήσουμε με την άποψη του Κάρλ Κράους: «Οι ποινές έχουν πρόθεση να εκφοβίσουν όσους δεν έχουν πρόθεση να παρανομήσουν».

Εκτός απ’ τα παραπάνω, ένας ακόμη λόγος να είμαστε ενάντια στη θανατική ποινή είναι σαφώς το γεγονός πως σε περίπτωση λάθους και δικαστικής πλάνης δεν υπάρχει επιστροφή. Αν και η επιστήμη έχει προοδεύσει και λόγω αυτής μπορούμε να εξιχνιάσουμε με απόλυτη ακρίβεια ένα έγκλημα, είναι αρκετές οι φορές που οι αποφάσεις αποδεικνύονται λανθασμένες και καταδικάζουν άδικα έναν άνθρωπο σε θάνατο. Ενώ έχει παρατηρηθεί σε αρκετές περιπτώσεις να βρεθούν ελαφρυντικά μετά τον θάνατο του υποτιθέμενου δράστη. …Αλλά η θανατική ποινή είναι μη αναστρέψιμη!

Υπήρξαν τέτοιες περιπτώσεις στην ελληνική και παγκόσμια ιστορία, όπως του Αριστείδη Παγκρατίδη που καταδικάστηκε πολύ άδικα σε θάνατο από τη δικτατορία των συνταγματαρχών(βλ. βιβλίο «ο δράκος που διέφυγε»), του 14χρονου Αφροαμερικανού Τζόρτζ Στίνι που θανατώθηκε με ηλεκτρική καρέκλα και έπειτα από 7 χρόνια αθωώθηκε αν και ήταν ομολογουμένως πολύ αργά, ο ανάπηρος Τζόνι Φρανκ Γκάρετ κ.α. , η φρικτή ιστορία των οποίων επιβεβαιώνει για άλλη μία φορά πόσο άδικη είναι η θανατική ποινή!

Πολλοί υπερασπιστές της θανατικής ποινής υποστηρίζουν, επιπρόσθετα, πως με τη θανατική ποινή επέρχεται λύτρωση και ψυχική δικαίωση στις οικογένειες των θυμάτων. Θα συμφωνήσω πως ορισμένες φορές πιθανόν οι οικογένειες των θυμάτων να αισθανθούν δικαίωση αλλά το αποτέλεσμα παραμένει ίδιο και το συναίσθημα της ψυχικής δικαίωσης είναι πρόσκαιρο. Το θύμα, δυστυχώς, δεν επιστρέφει! Και όχι μόνο αυτό αλλά και η απόφαση για θανάτωση του δράστη δεν λαμβάνεται απ’ το θύμα αλλά από το δικαστήριο και τη στήριξη συνήθως της οικογένειας. Και το αμφιλεγόμενο ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: Αξίζει να φύγει ένας ακόμα άνθρωπος- «θύμα» της κοινωνίας; Ακόμη, οι συγγενείς πρέπει να κατανοήσουν πως το σωφρονιστικό σύστημα δεν πρέπει να αποβλέπει στην εκδίκηση αλλά στον βασικό του στόχο. Να ΣΩΦΡΩΝΙΖΕΙ! Όταν παραλαμβάνει έναν εγκληματία, βασικός σκοπός του κράτους είναι να τον εξετάζει ψυχικά, να του παρέχει τα βασικά αγαθά που χρειάζεται να ζήσει και να προσπαθήσει να τον επανεντάξει στην κοινωνία. Θανατώνοντάς τον δεν του δίνουμε καν την ευκαιρία να καταλάβει τα λάθη του, να μετανοήσει. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια».

Για να μην υπάρξει όμως παρεξήγηση, δεν εννοώ να μην υπάρξει τιμωρία. Να υπάρξει τιμωρία ανάλογη με τη σημαντικότητα του εγκλήματος (όχι όμως θάνατος). Ειδικά σήμερα, αξιοσημείωτο είναι πως ούτε οι ελαστικές ποινές ούτε οι πολύ σκληρές είναι σωστές. Δεν συμφωνώ να βγαίνουν βόλτες οι εγκληματίες, να παίρνουν άδειες και να εκτίουν λιγότερα χρόνια απ’ τα προβλεπόμενα, αλλά ούτε φυσικά να βασανίζουμε ή και να θανατώνουμε αυτές τις ψυχές. Θα πρέπει το σωφρονιστικό σύστημα να ‘ναι τέτοιο στο οποίο οι εγκληματίες να γίνονται καλύτεροι άνθρωποι. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει, προπαντός μέσα στις φυλακές να εξαλειφθούν τα κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών, αλλά και η πιθανή δράση δικηγόρων, αστυνομικών και φυλάκων, στη διευκόλυνση συμμοριών που φέρνουν αντίθετα αποτελέσματα απ’ τα επιθυμητά και οι εγκληματίες γίνονται χειρότεροι!

Και μιλώντας για τους εγκληματίες, αν μελετήσουμε προσεκτικά το παρελθόν και ιδίως τα παιδικά χρόνια των δραστών, θα εξηγήσουμε πολλά. Στο παρελθόν των δραστών ανακαλύπτουμε μία ολόκληρη ένοχη κοινωνία. Οι περισσότεροι εγκληματίες έζησαν άσχημα παιδικά χρόνια χωρίς αγάπη και στοργή, χωρίς μόρφωση και φροντίδες. Τους κακομεταχειρίστηκαν, τους στιγμάτισαν. Τα παιδικά βιώματα έχουν τις ανάλογες συνέπειες στην ενήλικη ζωή. Και αυτοί γέμισαν με μίσος και ψυχικά προβλήματα τα οποία τα πλήρωσαν άλλοι άνθρωποι. Τα θύματα. Ναι, κρίμα που πλήρωσαν αυτοί. Όμως, αυτός που ευθύνεται πραγματικά για το έγκλημα δεν είναι ο εγκληματίας αλλά αυτός που τον οδήγησε να γίνει εγκληματίας. Κι αν ψάξουμε υπάρχουν πολλοί ένοχοι. Φυσικά υπάρχουν και οι άνθρωποι που έχουν εκ γενετής ψυχικές αρρώστιες (π.χ. σχιζοφρένια). Αλλά και αυτοί δεν επέλεξαν το πρόβλημά τους! Ο Βίκτωρ Ουγκώ έλεγε: «Να λυπάστε τους εγκληματίες (άθλιους τους έλεγε ο ίδιος)». Και για τη θανατική ποινή : « …Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να σκοτώνει ο αδερφός τον αδερφό. Οι άνθρωποι δεν πρέπει να παίζουν με κάτι άγνωστο όπως είναι ο θάνατος. Δεν μπορούν να αφαιρούν κάτι που δεν μπορούν να δώσουν».

Θα μου πείτε, όμως, ποιά είναι η λύση στην εγκληματικότητα; Η μόρφωση είναι πάνω απ’ όλα. Αν υπήρχε ουσιαστική μόρφωση θα είχαμε πολύ λιγότερη παραβατική συμπεριφορά, σε όλα τα επίπεδα. Δεν θα υπήρχε ίσως φτώχεια κι άλλα προβλήματα που μαστίζουν την κοινωνία διαχρονικά. «Όταν ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μία φυλακή» είπε ο Ουγκώ! Έπειτα, κοινωνική ευαισθησία και ηθική στην πολιτική. Οι άνθρωποι θα πρέπει να ενδιαφέρονται για τον πλησίον τους. Δεν πρέπει να κλείνουν τα μάτια μπροστά στη δυστυχία των άλλων, ενώ θα πρέπει να υπάρχουν πολιτικοί οι οποίοι να βρίσκουν πραγματικές λύσεις για τα προβλήματα της κοινωνίας κι όχι επιφανειακές ή και καθόλου λύσεις. Η ανοχή όλων σε κοινωνικές και πολιτικές στρεβλώσεις είναι συνενοχή στην καθολική υποβάθμιση!!! Η θανατική ποινή δεν αποτελεί όπως είπαμε παραπάνω παραδειγματισμό για την κοινωνία ούτε καταστέλλει την εγκληματικότητα. Όπως είπε πολύ σωστά ο ιδρυτής της ομώνυμης αυτοκινητοβιομηχανίας, Henry Ford: «Η θανατική ποινή είναι λάθος θεραπεία για το έγκλημα, όπως η φιλανθρωπία είναι λάθος θεραπεία για τη φτώχια».

Ενημερωτικά η θανατική ποινή στην Ελλάδα καταργήθηκε νομοθετικά το 1993 επί κυβερνήσεως του Ανδρέα Παπανδρέου και με υπουργό δικαιοσύνης τον νομικό Γεώργιο Κουβελάκη με το νόμο 2172, άρθρο 33, παράγραφος 1.


 

   

randomness