Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

«Ν’ αντιμετωπίσει η ΕΚΤ την άκρως επικίνδυνη κρίση χρέους, που εκδηλώνεται απειλητικά στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης» του Προκόπη Παυλόπουλου

Όσοι μετέχουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχοντας συνείδηση πραγματικού Ευρωπαίου Πολίτη που οδηγεί στον κοινό αγώνα για την ολοκλήρωση του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος, οφείλουμε να κατανοούμε, και δη διαχρονικώς, ότι ο ρόλος της υπερβαίνει τους Λαούς της και είναι, κυριολεκτικώς, πλανητικός. Με την έννοια ότι ο ρόλος αυτός είναι υπαρξιακός για την πορεία της Ανθρωπότητας στο σύνολό της, αναφορικά με την εκπλήρωση του προορισμού της.

Α. Και για να γίνω σαφέστερος: Ο ως άνω ρόλος δεν είναι αμιγώς οικονομικός, αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση -βεβαίως επιδιώκοντας πάντοτε την οικονομική ανάπτυξη των Λαών της υπό όρους υγιούς ελεύθερου ανταγωνισμού στο πλαίσιο του γνήσιου φιλελευθερισμού- δεν δημιουργήθηκε για να κατακτήσει, με κάθε κόστος, την παγκόσμια οικονομική κορυφή. Ακόμη περισσότερο, και πάλι με βάση τους όρους δημιουργίας της, η Ευρωπαϊκή Ένωση -βεβαίως πάντοτε υπερασπιζόμενη τα σύνορα, την εδαφική ακεραιότητα και την εθνική κυριαρχία των κρατών-μελών, που είναι και δικά της σύνορα, δική της εδαφική ακεραιότητα και δική της κυριαρχία- δεν είναι προορισμένη να καταστεί η ισχυρότερη, παγκοσμίως, στρατιωτική δύναμη.

Β. Ο πλανητικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνίσταται στο ότι -με βάση την Ιστορία της, τον Πολιτισμό της και τις συνθήκες γέννησης του οράματος που οδηγεί τα βήματα της ολοκλήρωσής της- οφείλει να εξελιχθεί στην δύναμη εκείνη που θα υπερασπισθεί υπαρξιακές, όπως προανέφερα, για την Ανθρωπότητα αρχές και αξίες. Πρόκειται για τις αρχές και τις αξίες της Ειρήνης, της Δημοκρατίας -ειδικότερα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας- και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κυρίως δε των Δικαιωμάτων που συνδέονται αρρήκτως με την έννοια της Δικαιοσύνης, ιδίως δε της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.

Γ. Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να γίνει η ακόλουθη διευκρίνιση: Δεν ισχυρίζομαι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέχει, οιονεί κληρονομικώς, το μονοπώλιο της υπεράσπισης των προμνημονευόμενων αρχών και αξιών. Είναι όμως γεγονός, ιστορικώς και πολιτισμικώς αναμφισβήτητο, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, με ολοκληρωμένο το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα, είναι η καταλληλότερη για να υπερασπισθεί, με μεγαλύτερη συνέπεια και αποτελεσματικότητα, σε παγκόσμιο επίπεδο τις αρχές και τις αξίες που προαναφέρθηκαν.

Ι. Οι ρίζες του πλανητικού ρόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όπως προεκτέθηκε, ο πλανητικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορά την υπεράσπιση των κατά τ’ ανωτέρω, θεμελιωδών για την πορεία της Ανθρωπότητας, αρχών και αξιών έχει τις ρίζες του αφενός στην Ιστορία και τον Πολιτισμό της και, αφετέρου και συνακόλουθα, στους λόγους οι οποίοι προκάλεσαν την γέννηση της Ευρωπαϊκής Ιδέας αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Α. Η ιστορική και πολιτισμική διαδρομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το αμάλγαμα της ιστορικής και πολιτισμικής διαδρομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεσ’ από μιαν απαράμιλλη ενότητα, προσδιορίζει μ’ ενάργεια τους τρεις πυλώνες, που στηρίζουν το «αέτωμα» του όλου Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και από τους οποίους συνάγονται οι θεμελιώδεις αρχές και αξίες που, όπως διευκρινίσθηκε, δικαιολογούν τον πλανητικό της ρόλο. Συγκεκριμένα:

1. Τον πρώτο πυλώνα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού εκπροσωπεί η Αρχαία Ελλάδα του Πνεύματος. Ήτοι η Αρχαία Ελλάδα που δημιούργησε την Παιδεία, στην πιο υψηλή της έκφραση, απαλλάσσοντας τον Άνθρωπο από τα δεσμά του μύθου -έτσι συντελέσθηκε το «ξεμάγεμα του κόσμου- και θέτοντας τις βάσεις της μετατροπής της πληροφορίας και της εμπειρίας σε Γνώση και της γνώσης σ’ Επιστήμη, εν τέλει δε σε Σοφία, υπό την έποψη της Φιλοσοφίας. Μ’ αυτό τον τρόπο η Αρχαία Ελλάδα υπερασπίσθηκε την Παιδεία- άρα τον εξ αυτής γεννηθέντα Πολιτισμό- και απέναντι στον δεσποτισμό της Ανατολής. «Μάρτυς», κατά το αυτόγραφο επιτύμβιο του Αισχύλου, ο «βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος», ως προς την χάραξη του, έκτοτε, «κραταιού» συνόρου μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

2. Τον δεύτερο πυλώνα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού εκπροσωπεί η Αρχαία Ρώμη. Και τον εκπροσωπεί τόσο δια των θεσμών της -του νόμου, του δημόσιου συμφέροντος και της πολιτειακής δομής- όσο και των πνευματικών της ανθρώπων, μεταξύ των οποίων κορυφαίοι διανοητές αυτοκράτορες, κυρίως της ύστερης ρωμαϊκής περιόδου. «Ομολογώντας» έτσι, εμμέσως πλην σαφώς, ότι υπήρξε, δίχως δυνατότητα ιστορικής αμφισβήτησης, ένα είδος θεσμικής και πνευματικής «γέφυρας», πάνω από την οποία πέρασε το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα για να φθάσει, μέσω του Βυζαντίου, ως την Αναγέννηση. Πέραν τούτου δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς επιπλέον το ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ακόμη και αν δεν το είχε θέσει ευθέως ως στόχο, επιχείρησε να μεταθέσει το εκ των Μηδικών Πολέμων προερχόμενο όριο της Δύσης ανατολικότερα. Και αν δεν το κατάφερε, τουλάχιστον εμπέδωσε το όριο αυτό εκεί που το είχε θέσει, σκεπτόμενη και πολεμώντας, η Αρχαία Ελλάδα.

3. Τέλος, τον τρίτο πυλώνα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού εκπροσωπεί η Χριστιανική Διδασκαλία. Η Διδασκαλία της «Κοινωνίας Ανθρώπων», της «Οικείωσης» και της «Αλληλεγγύης», η οποία χτίζεται πάνω στα πολιτισμικά θεμέλια της Αρχαίας Ελλάδας και της Αρχαίας Ρώμης, προσθέτοντας στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό τα βασικά ανθρωπιστικά του χαρακτηριστικά. Και μαζί, τις αρχές και της αξίες του Ανθρωπισμού, της Αλληλεγγύης, της Ειρήνης και της Δικαιοσύνης, μ’ έμφαση στο πεδίο της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.

Β. Οι αιτίες γέννησης του Ευρωπαϊκού οράματος και ιδεώδους.

Το ότι ο πλανητικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνίσταται στην υπεράσπιση των αρχών και αξιών που προαναφέρθηκαν συνάγεται και από τις αιτίες γέννησης του Ευρωπαϊκού οράματος και ιδεώδους. Και τούτο διότι η ιδέα του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος γεννήθηκε μέσ’ από τις στάχτες του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, προκειμένου όχι μόνον η Ευρώπη αλλά όλη η Ανθρωπότητα να μην ζήσουν ξανά τους εφιάλτες του ναζισμού και του φασισμού. Ένας τέτοιος στόχος προϋποθέτει ένα στιβαρό Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα, το οποίο θα είναι η κατάληξη της διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, υπό όρους Ομοσπονδίας και Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Όμως, όπως είναι προφανές με βάση αυτό τούτο το νομικό πλαίσιο του πρωτογενούς ευρωπαϊκού δικαίου καθ’ όλη την εξελικτική διαδρομή του ως σήμερα, η διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης δεν μπορεί παρά να στηριχθεί στην πραγμάτωση της αρχής της Αλληλεγγύης. Ειδικότερα:

1. Ρητώς στην Διακήρυξη Σουμάν του 1950 αναφερόταν ότι «η Ευρώπη δεν θα δημιουργηθεί δια μιας, ούτε σε ένα συνολικό σχέδιο αλλά θα οικοδομηθεί μέσα από συγκεκριμένα επιτεύγματα που κατ΄αρχάς θα δημιουργήσουν μια πραγματική αλληλεγγύη». Η φράση αυτή ενσωματώθηκε στο προοίμιο της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), όπως υπογράφηκε στο Παρίσι στις 18 Απριλίου 1951. Μετά δε την ρητή μνεία της έννοιας της Αλληλεγγύης στο προοίμιο της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, η Αλληλεγγύη απέκτησε σταδιακά νομικό περιεχόμενο στο πλαίσιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που υπογράφηκε στο Μάαστριχτ την 7η Φεβρουαρίου 1992. Στην Συνθήκη αυτή, πέραν του προοιμίου, η Αλληλεγγύη απαντάται ρητώς και στο κείμενο των άρθρων των νομικά δεσμευτικών Συνθηκών, ως βασική αποστολή τόσο της νεοσυσταθείσας Ένωσης όσο και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Πλέον, μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λισαβόνας, συνιστά βασική νομική αρχή του πρωτογενούς ευρωπαϊκού δικαίου: Εκτός του ότι τα συμβαλλόμενα κράτη επιθυμούν «βαθύτερες σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ των λαών τους, ταυτοχρόνως σεβόμενα την ιστορία, τον πολιτισμό και τις παραδόσεις τους», η Αλληλλεγύη αναφέρεται στην ΣυνθΕΕ ως κοινή αξία και αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ό,τι αφορά τις αμοιβαίες σχέσεις των κρατών-μελών, τις σχέσεις τους με τρίτες χώρες αλλά και τις σχέσεις μεταξύ όλων των πολιτών των κρατών-μελών. Επιπλέον, εξειδικεύεται με πλειάδα κανόνων του πρωτογενούς ευρωπαϊκού δικαίου, ιδρύοντας συγκεκριμένες εγγυήσεις και θεμελιώνοντας πλήρη δικαιώματα και εξ ίσου πλήρεις υποχρεώσεις. Τούτο σημαίνει ότι η αρχή της Αλληλεγγύης, ως νομική πλέον αρχή, συνιστά κοινή αξία και βασικό συνεκτικό δεσμό τόσο μεταξύ των κρατών-μελών όσο και των πολιτών των κρατών-μελών μεταξύ τους, αποκτώντας έτσι δομική σημασία για το θεσμικό οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ενότητα και την βιωσιμότητά του.

2. Συγκεκριμένα, παρά τον πολυεπίπεδο χαρακτήρα της, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν βασίζεται στην γνωστή εντός του εθνικού συνταγματικού πεδίου αρχή της ιεραρχικής οργάνωσης και του ιεραρχικού ελέγχου, όπου το ένα επίπεδο οργάνωσης είναι νομικά ανώτερο από το άλλο και οι πράξεις και αποφάσεις του ιεραρχικώς ανώτερου κατισχύουν αυτομάτως των πράξεων και αποφάσεων των ιεραρχικά κατώτερων οργάνων, ώστε να εξασφαλίζεται δια του τρόπου αυτού η ενότητα και αποτελεσματικότητα της δράσης και της επιδίωξης του δημόσιου συμφέροντος, ως θεμελιώδους έννοιας προσανατολισμού της δράσης των οργάνων του Δημοσίου στο πλαίσιο του εθνικού κράτους.

α) Αντιθέτως, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει οριζόντια οργάνωση, γεγονός που συνεπάγεται ότι τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι, ως υποκείμενα δικαίου, de jure καταρχήν ισότιμα με τα κράτη-μέλη, τα όργανα και τις διοικήσεις τους, ενώ το ίδιο ισχύει βεβαίως, κατά την ρητή διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 2 ΣυνθΕΕ, και για τα κράτη-μέλη μεταξύ τους. Η διάχυτη αυτή ισότητα προκύπτει ευθέως από την ενυπάρχουσα στο διεθνές δίκαιο αρχή της ισότητας των κρατών ως υποκειμένων δικαίου, η οποία, ελλείψει ρητής αντίθετης ρύθμισης, ισχύει καταρχήν και στο πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο.

β) Έτσι, προκειμένου να εξασφαλισθεί αφενός η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου, η οποία επίσης αποτελεί κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) βασική νομική αρχή του ευρωπαϊκού δικαίου (effet utile) και, αφετέρου, η ομαλή και αποτελεσματική συνεργασία οργάνων και κρατών-μελών καθώς και κρατών-μελών μεταξύ τους κατά την επιδίωξη των κοινών στόχων και αξιών τους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αρχή της Αλληλεγγύης κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 ΣυνΘΕΕ και της καλόπιστης συνεργασίας, και τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3 ΣυνθΕΕ, αποτελούν το νομικό και θεσμικό αντιστάθμισμα της έλλειψης ιεραρχικής δομής προς εξασφάλιση της ενότητας. Με άλλες λέξεις, συνιστούν το αναγκαίο συνεκτικό στοιχείο της δομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που επιτρέπει στα συστατικά της κράτη-μέλη -και παρά την de jure μεταξύ τους ισότητα- όχι μόνο να μην επιδιώκουν την πραγμάτωση αποκλειστικώς των δικών τους εθνικών στόχων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά, προς πραγμάτωση των προβλεπόμενων κοινών σκοπών και του κοινού δημόσιου συμφέροντος, να λαμβάνουν υπ’ όψη τις επιμέρους ιδιαιτερότητες και δυσκολίες των εταίρων τους και, σε κάθε περίπτωση, ν’ αποφεύγουν την επιδίωξη σκοπών, οι οποίοι αντίκεινται στο κοινό δημόσιο συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3. Ωστόσο η αρχή της Αλληλεγγύης, όπως πλέον θεμελιώνεται στο πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο, δεν περιορίζεται απλώς στην υποχρέωση παράλειψης πράξεων και πρακτικών που αντίκεινται στο κοινό δημόσιο συμφέρον των κρατών-μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο καθήκον καλόπιστης συνεργασίας με τα όργανά της και τους εταίρους, αλλά περιλαμβάνει δυνατότητες ή και υποχρεώσεις λήψης θετικών μέτρων Αλληλεγγύης προς τα κράτη-μέλη και τους πολίτες. Άλλωστε αυτό είναι σύμφυτο με την ίδια την έννοια της Αλληλεγγύης ως θεωρητικής έννοιας.

α) Έτσι, στο πλαίσιο της ηθικής θεώρησης των πραγμάτων γίνεται δεκτό ότι οι υποχρεώσεις Αλληλεγγύης προκύπτουν από μια αίσθηση πως όλοι «βρίσκονται στο ίδιο σκάφος», μια αίσθηση δηλαδή ενότητας και κοινότητας συμφερόντων και σκοπών, που δεν μπορεί κάθε μέλος της ομάδας να επιτύχει ατομικώς παρά μόνον από κοινού. Συνακόλουθα προκύπτουν, σε φιλοσοφικό πάντα επίπεδο, δύο είδη υποχρεώσεων Αλληλεγγύης, μια αρνητική και μια θετική. Συγκεκριμένα δε αφενός μια υποχρέωση υποβάθμισης του ατομικού έναντι του γενικού και κοινού συμφέροντος και, αφετέρου, μια υποχρέωση παροχής υποστήριξης σε μέλη της κοινότητας συμφερόντων που το έχουν ανάγκη.

β) Υπό το πρίσμα αυτό εξηγείται και η γνωστή θέση του φιλοσόφου Jürgen Habermas, σύμφωνα με την οποία οι έννοιες της Δικαιοσύνης και της Αλληλεγγύης είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Mάλιστα, η Αλληλεγγύη μεταξύ των μελών ενός συνόλου προς εξασφάλιση της βιωσιμότητας και ευημερίας του συνόλου εν γένει δύναται ν’ αποτελεί και προϋπόθεση της Δικαιοσύνης, ως πραγματικής δυνατότητας ισομερούς άσκησης της ατομικής ελευθερίας ενός εκάστου των μελών του συνόλου. Εν πάση περιπτώσει, το πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο δεν περιέχει ρητώς γενικό ορισμό της αρχής της Αλληλεγγύης, πράγμα που σημαίνει ότι το περιεχόμενό της προκύπτει από τις επιμέρους διατάξεις και την ερμηνεία τους, κατά τις κοινώς παραδεδεγμένες μεθόδους ερμηνείας νομικών κανόνων. Ιδίως δε κατά την, κεντρικής σημασίας και στο ευρωπαϊκό δίκαιο, τελολογική ερμηνεία, η οποία συνδέεται αρρήκτως με τον επιδιωκόμενο σκοπό της εκάστοτε εφαρμοζόμενης διάταξης.

4. Από την ερμηνεία των διατάξεων της ΣυνθΕΕ και της ΣυνθΛΕΕ, όπου ο όρος «Αλληλεγγύη» αναφέρεται δεκαπέντε φορές, προκύπτει ότι η αρχή της Αλληλεγγύης έχει τριπλή φύση στο πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο: Πρώτον, αποτελεί κατά τ’ ανωτέρω θεμελιώδη αρχή του ευρωπαϊκού δικαίου, δομικής σημασίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεύτερον, περιέχει εγγυήσεις προς όφελος των πολιτών των κρατών-μελών, υπό την έννοια της Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Και, τρίτον, συνθέτει σύμπλεγμα αρνητικών και θετικών υποχρεώσεων των κρατών-μελών στις μεταξύ τους σχέσεις και έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

II. Η πολιτειακή δομή της ενοποιημένης Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να διαδραματίσει τον πλανητικό της ρόλο.

Επεκτείνοντας τις σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να διευκρινισθεί ότι το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα δημιουργήθηκε από τους ιδρυτές του, μετά τις εφιαλτικές εμπειρίες του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, για να φθάσει ως την τελική του ολοκλήρωση, δηλαδή την πλήρη ενοποίησή του με την μορφή ομοσπονδιακής διακυβέρνησης υπό θεσμικούς όρους Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Η ως άνω διαπίστωση οδηγεί στο, νομοτελειακό, συμπέρασμα ότι αν η ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν επιτευχθεί, η συνακόλουθη στασιμότητα οδηγεί, επίσης νομοτελειακώς, στον κίνδυνο διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρχής γενομένης από τον σκληρό πυρήνα της, την Ευρωζώνη. Και τούτο διότι η επιβίωση και η εν γένει προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης εξαρτώνται όχι μόνον από την οικονομική και τη νομισματική πρόοδο, αλλά πρωτίστως από την αντοχή των θεσμών του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος οι οποίοι, από την φύση τους, είναι οι μόνοι που μπορούν να εγγυηθούν πέρα από την σταθερότητα και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, τόσον ως στόχο όσο και ως διαδικασία. Εξ αυτού συνάγεται ότι προκειμένου να καταστεί εφικτή η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση –άρα και η συνακόλουθη, εκ φύσεως, νομισματική και οικονομική ενοποίηση- πρέπει να παραμείνουν όρθιες οι θεμελιώδεις θεσμικές αντηρίδες, πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η προοπτική δημιουργίας μιας ενωμένης Ευρώπης υπό όρους –όπως ήδη σημειώθηκε- Ομοσπονδίας και Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

Α. Το Ευρωπαϊκό Κράτος Δικαίου θεμέλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της προοπτικής ενοποίησής της.

Τις προαναφερόμενες θεσμικές αντηρίδες καθορίζει, expressis verbis, το πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο, με κανονιστική κοιτίδα την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣυνθΕΕ). Η Συνθήκη αυτή ορίζει ότι πυλώνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αφενός το Ευρωπαϊκό Κράτος Δικαίου και, αφετέρου και συνακόλουθα, η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Οι επιμέρους διατάξεις είναι άκρως εύγλωττες:

1. Η ΣυνθΕΕ ορίζει ρητώς ότι η τελική ενοποίησή της εξαρτάται από την εμπέδωση των επιμέρους αρχών του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου. Τούτο τεκμηριώνουν ιδίως:

α) Το Προοίμιο της ΣυνθΕΕ, που ορίζει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαιώνουν «την προσήλωσή τους στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των θεμελιωδών ελευθεριών καθώς και του κράτους δικαίου».

β) Οι διατάξεις του άρθρου 2 εδ. α΄ της ΣυνθΕΕ, που ορίζουν ότι: «Η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες».

γ) Επιπλέον, μετά την Συνθήκη της Λισαβόνας, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Χάρτης αυτός αποτελεί, κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 της ΣυνθΕΕ, μέρος του πρωτογενούς ευρωπαϊκού δικαίου, έχοντας την ίδια νομική ισχύ με τις Συνθήκες. Ενόψει δε της περί Κράτους Δικαίου νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), η έννοια του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου συνδιαμορφώνεται, ως προς το περιεχόμενό της, και από τις διατάξεις του Χάρτη, ούσα αρρήκτως συνδεδεμένη με αυτόν.

δ) Τέλος, η νομολογία του ΔΕΕ. Κατά την οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 ΣΕΕ, η Ένωση βασίζεται στις πρωταρχικές αξίες του σεβασμού του Κράτους Δικαίου καθώς και του σεβασμού των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, o σεβασμός δε των αξιών αυτών συνιστά προϋπόθεση νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης και «συνταγματική αρχή της Συνθήκης» [βλ. αποφάσεις ΔΕΕ Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑402/05 P και C‑415/05 P, σκέψη 284, 285) και Spector Photo Group και Van Raemdonck (C‑45, σκέψη 41)], αλλά και απαραίτητη προϋπόθεση «για την προσχώρηση στην Ένωση, δυνάμει του άρθρου 49 ΣυνθΕΕ» (Γεν. Δικαστήριο, Υποθ. Τ-348/14, σκ. 98, Τ-346/14, σκ. 97 και Τ-340/14 σκ. 87).

2. Επιπροσθέτως, η ΣυνθΕΕ προβλέπει ότι θεμελιώδης πυλώνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την κατεύθυνση της τελικής της ενοποίησης είναι η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία.

α) Χαρακτηριστικές είναι οι διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1της ΣυνθΕΕ: «Η λειτουργία της Ένωσης θεμελιώνεται στην Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία».

β) Όμως βασικό στοιχείο και της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, δίχως το οποίο διακινδυνεύεται η ίδια η υπόστασή της όπως καταδεικνύει η πορεία της θεσμικής και πολιτικής της εξέλιξης, είναι το Κράτος Δικαίου, με πυρήνα του την έννοια της Δικαιοσύνης υφ’ όλες της τις εκφάνσεις. Κυρίως δε υπό την έκφανση της προστασίας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μ’ έμφαση στα Δικαιώματα, τα οποία εγγυώνται την Κοινωνική Δικαιοσύνη και, επέκεινα, το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου.

 

3. Η κατά τ’ ανωτέρω υφή του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου καθορίζει και τα βασικά χαρακτηριστικά του, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται ο Άνθρωπος και τα Θεμελιώδη Δικαιώματά του. Του λόγου το ασφαλές τεκμηριώνουν οι προμνημονευόμενες διατάξεις της ΣυνθΕΕ, όπως καταστρώνονται:

α) Στο Προοίμιό της, εκεί όπου τα κράτη-μέλη επιβεβαιώνουν την προσήλωσή τους:

α1) «Στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των θεμελιωδών ελευθεριών καθώς και του κράτους δικαίου».

α2) «Στα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα, όπως ορίζονται από τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη που υπογράφηκε στο Τορίνο στις 18 Οκτωβρίου 1961 και τον Κοινοτικό Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων του 1989».

β) Στις διατάξεις του άρθρου 2: «Η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη-μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, την δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών».

γ) Στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 ΣυνθΕΕ, όπου, όπως προαναφέρθηκε: «Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Δεκεμβρίου 2000, όπως προσαρμόσθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2007, στο Στρασβούργο, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες».

Β. Η έννοια και οι συνιστώσες του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου.

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι διατάξεις του ευρωπαϊκού δικαίου προσδιορίζουν επαρκώς την έννοια του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου καθώς και τα επιμέρους συστατικά του στοιχεία. Καθοριστικής σημασίας για την εξειδίκευση της σημασίας αλλά και των έννομων συνεπειών αυτών των διατάξεων αναφορικά με το Ευρωπαϊκό Κράτος Δικαίου είναι η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Συγκεκριμένα:

1. Ήδη από τις απαρχές άσκησης της δικαιοδοσίας του, και διαδραματίζοντας τον φυσικό του ρόλο στο πλαίσιο όχι μόνο της αποτύπωσης αλλά και της ώθησης προς τα εμπρός της ευρωπαϊκής έννομης τάξης, το ΔΕΕ προσδιόρισε τα βασικά διακριτικά γνωρίσματα του όλου ευρωπαϊκού δικαίου. Και, ειδικότερα, αφενός την πληρότητα και, αφετέρου, την ιδιαιτερότητά του. Τα δύο ως άνω διακριτικά γνωρίσματα αποτυπώνονται μ' ενάργεια σε δύο, «εμβληματικές», ως προς τη νομολογιακή τους αξία, αποφάσεις: Στην απόφαση 5.2.1963, Van Gend en Loos και στην απόφαση 15.7.1964, Costa c. E.N.E.L. Το ακόλουθο σκεπτικό της πρώτης από τις προαναφερόμενες αποφάσεις είναι εξαιρετικά αντιπροσωπευτικό ως προς την θεσμική περιγραφή και οριοθέτηση των κατά τ' ανωτέρω διακριτικών γνωρισμάτων: «Σε αντίθεση με τις συνηθισμένες διεθνείς συνθήκες η Συνθήκη ΕΟΚ εγκαθίδρυσε, ευθύς ως ίσχυσε, μιαν ιδιαίτερη έννομη τάξη, που είναι αναπόσπαστο τμήμα του νομικού συστήματος των κρατών-μελών και δεσμεύει τα δικαστήριά τους. Ιδρύοντας μια Κοινότητα απεριόριστης διάρκειας, προκειμένου με δικά της όργανα, με νομική προσωπικότητα, με δικαιοπρακτική ικανότητα, με ικανότητα διεθνούς αντιπροσώπευσης και ιδιαίτερα με πραγματικές εξουσίες που προέρχονται είτε από τον περιορισμό των κρατικών αρμοδιοτήτων υπέρ της Κοινότητας είτε από την μεταβίβασή τους σε αυτή, τα Κράτη περιόρισαν, σε ολίγα έστω θέματα, τα κυριαρχικά τους δικαιώματα, δημιουργώντας έτσι ένα corpus juris, εφαρμοστέο τόσο στους υπηκόους τους όσο και σε αυτά τα ίδια». Το σκεπτικό αυτό του ΔΕΕ επιτρέπει την συναγωγή του συμπεράσματος ότι η νομολογία του συνομολογεί και την διαμόρφωση:

α) Μιας «ιδιαίτερης» ευρωπαϊκής έννομης τάξης, η οποία βασίζεται:

α1) Στην «αυτονομία». Με την έννοια της παραγωγής των κανόνων που την συνθέτουν από ίδια -δηλαδή ξεχωριστά και, συνεπώς, ανεξάρτητα σε σχέση μ' εκείνα των κρατών-μελών- δικαιοπαραγωγικά όργανα.

α2) Και στην «ιδιομορφία». Με την έννοια της διαφορετικότητας της δομής της αλλά, πέραν τούτου, και της αμεσότητας της ρύθμισης των έννομων σχέσεων, οι οποίες εμπίπτουν στο κανονιστικό της πλαίσιο.

β) Μιας υπό ολοκλήρωση «κοινότητας δικαίου», η οποία έρχεται να συμπληρώσει, από πλευράς αποτελεσματικής λειτουργίας, και την «αυτονομία» και την «ιδιομορφία» της ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην υπ’ αριθμ. 2/13 γνωμοδότηση του ΔΕΕ της 18ης Δεκεμβρίου 2014 περί προσχώρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ): «Βάσει των ανωτέρω ουσιωδών χαρακτηριστικών του δικαίου της Ένωσης έχει διαμορφωθεί ένα συγκροτημένο πλέγμα αρχών, κανόνων και εννόμων σχέσεων που τελούν σε αλληλεξάρτηση μεταξύ τους και δεσμεύουν αμοιβαία την Ένωση και τα κράτη-μέλη της, καθώς και τα κράτη-μέλη μεταξύ τους, τα οποία, όπως υπενθυμίζει το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, ΣυνθΕΕ, μετέχουν στο εξής στη «διαδικασία μιας διαρκώς στενότερης ένωσης των λαών της Ευρώπης». Υπ’ αυτά τα δεδομένα η «κοινότητα δικαίου» συνεπάγεται αφενός το «ωφέλιμο αποτέλεσμα» του ευρωπαϊκού κανόνα δικαίου. Και, αφετέρου, την θεμελίωση της «αρχής της νομιμότητας» της δράσης όλων των ευρωπαϊκών οργάνων –και όχι μόνον, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια- κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.

2. Η, σύμφωνα πάντα με το πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο, συγκεκριμένη οριοθέτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων -κατά κυριολεξία κυριαρχικών αρμοδιοτήτων- των κρατών-μελών υπέρ των αρμοδιοτήτων των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει περαιτέρω ως αναγκαία συνέπεια και την κατά ενιαίο τρόπο θεώρηση των σχέσεων της ευρωπαϊκής έννομης τάξης με τις επιμέρους έννομες τάξεις των κρατών-μελών.

α) Αυτό προκύπτει ως αποτέλεσμα του ότι η ομαλή λειτουργία της ευρωπαϊκής έννομης τάξης μπορεί, από την ίδια την φύση της, να διασφαλισθεί μόνο μέσα από την θέσπιση των, σύμφυτων με αυτήν, εγγυήσεων εναρμόνισής της με τις έννομες τάξεις των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

α1) Σύμφωνα με την Γνωμοδότηση 2/13 του ΔΕΕ της 8ης Δεκεμβρίου 2014, σκ. 168: «Το νομικό αυτό μόρφωμα εδράζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι κάθε κράτος-μέλος αποδέχεται από κοινού με αυτό, μια σειρά κοινών αξιών επί των οποίων στηρίζεται η Ένωση, όπως διευκρινίζει το άρθρο 2 ΣΕΕ. Η παραδοχή αυτή συνεπάγεται και δικαιολογεί την ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών ως προς την αναγνώριση των εν λόγω αξιών και, επομένως, ως προς την τήρηση του δικαίου της Ένωσης που υλοποιεί τις αξίες αυτές».

α2) Βεβαίως, η προμνημονευόμενη εναρμόνιση πρέπει να συντελείται εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων που έχουν αναγνωρισθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση κυρίως από το πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο. Από τα δεδομένα αυτά συνάγεται και η αρχή, ότι η ίδια η υπόσταση της ευρωπαϊκής έννομης τάξης εξαρτάται αφενός από την ιεραρχική δομή των κανόνων που την συνθέτουν. Και, αφετέρου, από την τήρηση της «ευρωπαϊκής» αρχής της νομιμότητας εκ μέρους των κάθε είδους οργάνων της και των οργάνων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους.

β) Την κατά τα ανωτέρω σύνθεση του διπτύχου κανόνων δικαίου που διέπουν την αρμοδιότητα των ευρωπαϊκών οργάνων και ουσιαστικής λειτουργίας ευρωπαϊκών μηχανισμών σε περιπτώσεις παραβίασής τους από αυτά, ήτοι τη σύνθεση που οδηγεί στη θεσμική κατοχύρωση ενός Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου, αποδίδει διαχρονικώς η νομολογία του ΔΕΕ υπό τις ακόλουθες διευκρινίσεις:

β1)Κατά πρώτο λόγο, η νομολογία του ΔΕΕ αποδέχεται και καθιερώνει το πρώτο συνθετικό της παραδοσιακής έννοιας του Κράτους Δικαίου, ήτοι της αρχής της νομιμότητας, με την έννοια της προηγούμενης θεσμοθέτησης κανόνων δικαίου που διέπουν την άσκηση των κάθε είδους αρμοδιοτήτων των οργάνων της (βλ. π.χ. την απόφαση 17.12.1970, Einfuhr- und Vorratsstelle für Getreide und Futtermittel κατά Koster και Berodt & Co). Συγκεκριμένα, κατά την ως άνω νομολογία, η ευρωπαϊκή έννομη τάξη, σύμφωνα με την ιεραρχία των κανόνων που την συνθέτουν, επιβάλλει και την αρχή κατά την οποία όλα τα όργανα, όχι μόνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και των κρατών-μελών της, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που αναγνωρίζει σε αυτά το ευρωπαϊκό δίκαιο, οφείλουν να εφαρμόζουν το σύνολο των κανόνων του ευρωπαϊκού δικαίου.

β2) Κατά δεύτερο λόγο, η ίδια ως άνω νομολογία αποδέχεται και καθιερώνει και το δεύτερο συνθετικό του Κράτους Δικαίου, ήτοι την αρχή της θεσμοθέτησης κυρωτικών μηχανισμών -και μάλιστα κατά προτεραιότητα δικαστικών- τεταγμένων στην αποστολή της αποτελεσματικής τήρησης των κανόνων του ευρωπαϊκού δικαίου.

γ) Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι ο κανόνας τήρησης της αρχής της ευρωπαϊκής νομιμότητας αφορά όλο το φάσμα της ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Και τούτο διότι καλύπτει, κατά λογική νομική ακολουθία, όπως αυτή συνάγεται από τα δεδομένα της νομολογίας του ΔΕΕ και όπως συνοπτικώς προεκτέθηκε:

γ1) Τόσο την δράση των κάθε είδους οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. π.χ. την απόφαση 29.10.1983, Κόμμα των Οικολόγων «Les Verts» κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου).

γ2) Όσο και την δράση των οργάνων των κρατών-μελών της, βεβαίως κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους που διέπονται από το ευρωπαϊκό δίκαιο. Όπως χαρακτηριστικά αποφαίνεται το ΔΕΕ (σκεπτικό αρ. 32) στην απόφαση 19.11.1991, Andrea Francovich και Danila Bonifaci και λοιποί κατά Ιταλικής Δημοκρατίας: «Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει και από πάγια νομολογία, στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή, εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων τους, των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, εναπόκειται να διασφαλίζουν τα πλήρη αποτελέσματα των κανόνων αυτών και να προστατεύουν τα δικαιώματα που οι κανόνες αυτοί απονέμουν στους ιδιώτες». (Πρβλ. και τις προγενέστερες αποφάσεις του ΔΕΕ 9.3.1978, Simmenthal και 19.6.1990, The Queen κατά Secretary of State for Transport, ex parte: Factortame Ltd και λοιπών.).

Γ. Η ανεπαρκής ενεργοποίηση των θεσμών του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου.

Μολονότι, όπως ήδη εκτέθηκε, οι περί Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου διατάξεις του πρωτογενούς ευρωπαϊκού δικαίου –μ’ έμφαση στις διατάξεις της ΣνθΕΕ- είναι επαρκείς για την θεσμική θωράκιση του θεμελιώδους αυτού πυλώνα του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος στην πορεία προς την οριστική ενοποίησή του, η ευρωπαϊκή πράξη, και ιδίως η πρόσφατη, φέρνουν διαρκώς στο φως συγκεκριμένα αρνητικά παραδείγματα ως προς την κανονιστική ενδυνάμωση των αρχών του πυλώνα τούτου. Περαιτέρω θα μπορούσε κανείς ν’ ανιχνεύσει, μέσ’ από τα παραδείγματα αυτά, και τάσεις οπισθοχώρησης ως προς τις αντοχές της θεσμικής αντηρίδας του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου. Ειδικότερα, τα ως άνω παραδείγματα αφορούν είτε φαινόμενα μη επαρκούς εφαρμογής των περί Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου διατάξεων του ευρωπαϊκού δικαίου, είτε φαινόμενα λειτουργίας κορυφαίων, για την όλη οργάνωση και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, οργάνων, τα οποία κινούνται σ’ ένα θεσμικό «ημίφως», με την έννοια του κανονιστικώς εντελώς ανεπαρκούς καθορισμού της οργάνωσης, των αρμοδιοτήτων τους και των έννομων συνεπειών, σε περίπτωση παράβασης εκ μέρους τους αυτού τούτου του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

1. Οι περί Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ) και περί Αλληλεγγύης διατάξεις του ευρωπαϊκού δικαίου παρέχουν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μη επαρκούς εφαρμογής των περί Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου διατάξεων, αφενός υπό την μορφή της ελλιπούς –και άρα, αναποτελεσματικής- αξιοποίησής του και, αφετέρου, υπό την μορφή της μη επέλευσης των έννομων συνεπειών, οι οποίες έχουν θεσπισθεί για το ενδεχόμενο παραβίασής τους. Επισημαίνεται ότι η αρχή της Αλληλεγγύης, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαίου, συνιστά πλήρη κανόνα δικαίου (lex perfecta), ο οποίος καθιερώνεται τόσον ως γενική αρχή, στο πεδίο των διατάξεων του άρθρου 3 της ΣυνθΕΕ, όσο και με επιμέρους μορφές, σε πλειάδα διατάξεων της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

α) Στο πλαίσιο αντιμετώπισης της κρίσης χρέους κρατών-μελών της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης και ενόψει του κινδύνου διάσπασής της, κατέστη αναγκαία η παροχή χρηματοοικονομικής στήριξης σε εκείνα τα κράτη-μέλη τα οποία αντιμετώπιζαν πρόβλημα δανεισμού από τις αγορές.

α1) Προς τούτο ήταν απαραίτητη η ίδρυση νέων μηχανισμών για δύο, κυρίως, λόγους:

· Πρώτον, διότι δεν ήταν δυνατή ούτε η άμεση χρηματοδότηση κράτους-μέλους απευθείας από άλλα κράτη-μέλη ή από τα ίδια τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω της ρήτρας μη διάσωσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 125 ΣΛΕΕ, ούτε, όμως, από την ΕΚΤ, μέσω της αγοράς κρατικών ομολόγων, λόγω της απαγόρευσης νομισματικής χρηματοδότησης κρατών-μελών από την ΕΚΤ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 123 παρ. 1 ΣΛΕΕ.

· Δεύτερον, όταν προέκυψαν τα προβλήματα χρηματοδότησης δεν υπήρχε επαρκής νομική βάση για την λήψη μέτρων συνολικής αντιμετώπισής τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς η αρμοδιότητα ρύθμισης των ζητημάτων οικονομικής πολιτικής έχει παραμείνει, με βάση την αρχή της δοτής αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις διατάξεις του άρθρου 4 και 5 ΣυνθΕΕ, στα κράτη-μέλη. Λόγος, άλλωστε, για τον οποίο κατέστη εν τέλει αναγκαία η τροποποίηση της ΣΛΕΕ, με την πρόβλεψη δυνατότητας ίδρυσης μόνιμου πλέον μηχανισμού σταθερότητας από τα κράτη-μέλη με νόμισμα το ευρώ και την υπογραφή, συνακόλουθα, διεθνούς συνθήκης με στόχο την σύσταση του μόνιμου ΕΜΣ.

α2) Ωστόσο κατά την πρώτη, επείγουσα, φάση αντιμετώπισης της κρίσης, οπότε και είχε καταστεί αναγκαία η ίδρυση αφενός ενός προσωρινού, έστω, ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας («European Financial Stability Facility» – «EFSF») απ’ όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, αφετέρου, του «Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοοικονομικής Σταθεροποίησης» («European Financial Stabilisation Mechanism») («EFSM») από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη νομική βάση προς τούτο αποτέλεσε ακριβώς η κατά τα προαναφερόμενα αρχή της Αλληλεγγύης, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 122 ΣΛΕΕ. Έτσι, ο Κανονισμός 407/2010 βασίσθηκε στην εκτίμηση ότι οι όροι δανεισμού διαφόρων κρατών-μελών της Ζώνης του Ευρώ δεν ήταν δυνατό να εξηγηθούν από τα βασικά οικονομικά μεγέθη, αφού χειροτέρευσαν σημαντικά ως συνέπεια της άνευ προηγουμένου παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, που έπληξε σοβαρά την οικονομική ανάπτυξη και την χρηματοοικονομική σταθερότητα και προκάλεσε ισχυρή επιδείνωση του ελλείμματος και του χρέους συγκεκριμένων κρατών-μελών. Συνακόλουθα, η έκτακτη αυτή κατάσταση εξέφευγε του ελέγχου των κρατών-μελών και μπορούσε ν’ αποτελέσει σοβαρή απειλή για την σταθερότητα, την ενότητα και την ακεραιότητα της Ζώνης του Ευρώ στο σύνολό της. Άρα, η θεσμική ενεργοποίηση όλου του ευρωπαϊκού συστήματος προς αντιμετώπιση της κρίσης βασίσθηκε, κατ’ αποτέλεσμα, στην αρχή της Αλληλεγγύης.

α3) Όπως είναι προφανές ο ΕΜΣ, κατά πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων ενόψει των οποίων δημιουργήθηκε και οι οποίες περιγράφηκαν ανωτέρω σε γενικές γραμμές, διαδραματίζει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο για τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης υπό Πρόγραμμα, όπως συμβαίνει με την Ελλάδα. Άλλωστε, κατά το στοιχ. 13 του προοιμίου της Συνθήκης ΕΜΣ, η φιλοδοξία σύστασής του συνίστατο ακριβώς στο να διαδραματίσει ρόλο αντίστοιχο με αυτόν του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) παρέχοντας, όπως το ΔΝΤ, στήριξη με στόχο την σταθερότητα κράτους-μέλους, όταν αυτό έχει μειωμένη δυνατότητα ή αντιμετωπίζει κίνδυνο να έχει μειωμένη δυνατότητα τακτικής πρόσβασης στην χρηματοδότηση από τις αγορές. Ωστόσο, ο ΕΜΣ δεν αποκλείει εντελώς την δυνατότητα παρουσίας και του ΔΝΤ, καθώς σύμφωνα με την ΣυνθΕΜΣ προβλέπεται στενή συνεργασία ή ακόμη και δυνατότητα κοινής δράσης μεταξύ τους, σε κάθε μάλιστα φάση και πτυχή της διαδικασίας (βλ. ιδίως τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 3 ως προς τη διαπραγμάτευση και 13 παρ. 1 ως προς τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους). Αυτό που όμως πρωτίστως προέχει για την επίτευξη αποτελεσματικής εκπλήρωσης του σκοπού σύστασης του ΕΜΣ και πραγμάτωσης της αρχής της Αλληλεγγύης και, εν τέλει, του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου, είναι η ομαλή συνεργασία και επικοινωνία μεταξύ ΕΜΣ, λοιπών ευρωπαϊκών θεσμών και ΔΝΤ, ως προς την οποία όμως υπάρχουν, προς το παρόν, εμφανή περιθώρια βελτίωσης. Σε κάθε περίπτωση η μη συμμετοχή του ΔΝΤ δεν αντίκειται ούτε στη ΣυνθΕΜΣ ούτε στο ευρωπαϊκό δίκαιο εν γένει. Υπό τα δεδομένα αυτά είναι προφανές ότι εμφανίζεται αναγκαία η αξιοποίηση των θεσμών που δημιουργήθηκαν κατ’ εφαρμογή των περί Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου διατάξεων του ευρωπαϊκού δικαίου στο πνεύμα το οποίο αυτές επιβάλλουν, ώστε να μην προκληθούν, μ’ επίκεντρο την Ελλάδα, αναταράξεις ικανές να απειλήσουν την ίδια την ενότητα του σκληρού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή της Ευρωζώνης, όπως άλλωστε ομολογούν πολλοί κορυφαίοι παράγοντές της. Είναι βεβαίως σχετικά ενθαρρυντικό το γεγονός ότι, έστω και με καθυστέρηση, σήμερα γίνεται ανοικτά λόγος –ακόμη και από Γερμανικής πλευράς- για μετατροπή του ΕΜΣ σε ένα πραγματικό και αυτοτελές Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.

β) Η αρχή της Αλληλεγγύης είναι θεμελιώδους σημασίας και στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του μείζονος προβλήματος της μετακίνησης μεγάλου πληθυσμού ανθρώπων από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κράτη-μέλη της.

β1) Κατά λογική ακολουθία, η αρχή της Αλληλεγγύης αναδεικνύεται, σε μεγάλο βαθμό, ως καθοριστικής σημασίας μηχανισμός αποτελεσματικής εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο, το οποίο ισχύει από τον Οκτώβριο του 2008, πλην όμως χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, όπως καταδεικνύει η τρέχουσα ευρωπαϊκή συγκυρία. Καθ’ ομολογία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, πρόκειται για μια πρόκληση στάθμισης μεταξύ αφενός της ανάληψης της απαραίτητης ευθύνης και, αφετέρου, της εξασφάλισης της Αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών στο πλαίσιο της κοινής τους δράσης.

β2) Έτσι, με βάση τις κατά τα ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 80 ΣΛΕΕ, οι σχετικές με την αντιμετώπιση της κρίσης και του καταμερισμού συγκεκριμένου αριθμού αιτούντων άσυλο αποφάσεις του Συμβουλίου βασίζονται ρητώς στην αρχή της Αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών, στο πλαίσιο της κοινής ευθύνης για την αντιμετώπιση της κρίσης. Άλλωστε, η Επιτροπή στην πρόταση Κανονισμού για την θέσπιση μιας κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας, κατά την έννοια της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, τονίζει ότι η αρχή της Αλληλεγγύης αποτελεί την βάση για την μεταναστευτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη μάλιστα και την οικονομική διάσταση της εφαρμογής της αρχής αυτής και τις τυχόν οικονομικές συνέπειες για τα κράτη-μέλη.

β3) Από την άλλη πλευρά, η πράξη έχει καταδείξει, εδώ και πάνω από ένα χρόνο, συμπεριφορές κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία παραβιάζουν καταφανώς τις περί Αλληλεγγύης στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης διατάξεις των άρθρων 77 επ. της ΣΛΕΕ χωρίς να υφίστανται καμία κύρωση, καίτοι πρόκειται για παραβίαση νομικής τους υποχρέωσης. Γεγονός που δικαιολογεί και την ανάληψη δράσης εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την διαμόρφωση ενός αυστηρού πλαισίου εφαρμογής της αρχής της Αλληλεγγύης με ρητή πρόβλεψη κυρώσεων. Σημειώνεται, ότι η δυνατότητα αυτή υφίσταται de lege lata κατά τις διατάξεις του άρθρου 80 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με τις οποίες, όποτε απαιτείται, οι πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θεσπίζονται προς εφαρμογή πολιτικών οι οποίες διέπονται από την αρχή της Αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών-μελών περιέχουν κατάλληλα μέτρα για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής.

2. Απλή παρατήρηση της τρέχουσας ευρωπαϊκής πραγματικότητας, μ’ έμφαση σ’ εκείνη της Ευρωζώνης, καταδεικνύει ότι, κυρίως από την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης μετά το 2008 και πρωτίστως μετά το 2010 όταν και άρχισε να διαμορφώνεται η εμπειρία κρατών-μελών υπό Πρόγραμμα –με αφετηρία την Ελλάδα- το Eurogroup συνιστά, από πλευράς επιρροής στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, κορυφαίο όργανο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του σκληρού πυρήνα της, της Ευρωζώνης. Ουδείς μπορεί ν’ αγνοήσει το γεγονός ότι κάθε σημαντική οικονομική –και όχι μόνο νομισματική- απόφαση που λαμβάνεται εντός Ευρωζώνης, π.χ. από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή ακόμη και από αυτό τούτο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο πρέπει, εν τοις πράγμασι, να φέρει την «σφραγίδα έγκρισης» του Eurogroup, ενώ η κατά την ευρωπαϊκή έννομη τάξη μεταγενέστερη επικύρωση των αποφάσεών του είναι εντελώς τυπική και γι’ αυτό περνάει, συνήθως, σχεδόν απαρατήρητη. Το παράδειγμα της ελληνικής κρίσης και του ρόλου που διαδραμάτισε και διαδραματίζει σε αυτή το Eurogroup, ως αυτή τη στιγμή, μαρτυρούν ευγλώττως.

α) Κι όμως αυτό το τόσο σημαντικό, ιδίως στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, όργανο, ήτοι το Eurogroup, αναφέρεται εντελώς επιδερμικά από κάποιες διατάξεις του ευρωπαϊκού δικαίου. Διατάξεις οι οποίες είναι τόσον ισχνές κανονιστικώς ώστε ούτε καν περιγράφουν, έστω και στοιχειωδώς, τα της οργάνωσης και λειτουργίας του Eurogroup και τη νομική φύση –άρα και τις επακόλουθες συνέπειες- των αποφάσεών του. Αυτή η οιονεί θεσμική «αφάνεια» του Eurogroup οδηγεί, μοιραίως, στην συνακόλουθη αναντιστοιχία μεταξύ του δυναμισμού της οικονομικής πραγματικότητας και της εμφανούς αδυναμίας του εκάστοτε ισχύοντος θεσμικού πλαισίου να την παρακολουθήσει. Άρα, σε ένα είδος επικυριαρχίας του «οικονομικού» επί του «θεσμικού».

β) Την ως άνω πραγματικότητα ως προς αφενός την απουσία μιας επαρκούς πλαισίωσης της οργάνωσης και λειτουργίας του Eurogroup και, αφετέρου, τις επέκεινα αρνητικές νομικές επιπτώσεις έχει ήδη φέρει στο φως η νομολογία του ΔΕΕ. Κορυφαίο νομολογιακό προηγούμενο συνιστά η, σχετικώς πρόσφατη, απόφασή του της 20.9.2016 «Ledra Advertising», με αφορμή το Πρόγραμμα της Κύπρου. Συγκεκριμένα, από τα επιμέρους σκεπτικά της απόφασης αυτής του ΔΕΕ προκύπτει, μεταξύ άλλων φυσικά, και ότι:

β1) Η όλη παρέμβαση –καταλυτική βεβαίως από πλευράς παραγωγής lato sensu οικονομικών συνεπειών- του Eurogroup στο Μνημόνιο της Κύπρου:

· Δεν αποδίδεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αφού εδώ το Eurogroup λειτουργεί ως απλός «εντολοδόχος» του ΕΜΣ. Και τούτο διότι από κανένα στοιχείο δεν θα μπορούσε να συναχθεί ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, το Eurogroup ελέγχεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ούτε ότι ενεργεί ως εντολοδόχος των θεσμικών αυτών οργάνων.

· Δεν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων.

· Συνεπώς, και εν κατακλείδι, δεν προσβάλλεται ευθέως ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

β2) Υπό τα ως άνω δεδομένα το ΔΕΕ συνάγει, με ρητές σκέψεις στην προκείμενη απόφασή του, ότι το Eurogroup είναι μια «άτυπη» σύνοδος των κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Δηλαδή ένα forum συζητήσεων, σε υπουργικό επίπεδο, των αντιπροσώπων των κρατών-μελών με νόμισμα το Ευρώ και όχι όργανο που λαμβάνει αποφάσεις.

β3) Είναι ακριβώς αυτά τα σκεπτικά τα οποία αναδεικνύουν τις «λεπτές ισορροπίες», εντός των οποίων κινείται το ΔΕΕ κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του, η οποία οφείλει, δυστυχώς, να κινείται μεταξύ της αδήριτης πραγματικότητας –η οποία δημιουργείται από την «δυναμική» του παγκοσμιοποιημένου και άνευ θεσμικώς επαρκούς νομιμοποιητικού ερείσματος και ελέγχου χρηματοπιστωτικού συστήματος- και της έλλειψης κανόνων που θωρακίζουν την Ευρωζώνη κατά την άσκηση των, σύμφυτων με τον προορισμό της, αρμοδιοτήτων της, οι οποίες αφορούν ευθέως την συνοχή της.

· Με απλές λέξεις το Eurogroup είναι άτυπο –δηλαδή άνευ αντίστοιχης της πραγματικής του σημασίας και ισχύος επαρκούς θεσμικής κατοχύρωσής του και νομικής ρύθμισης- forum των υπουργών οικονομικών της Ευρωζώνης. Την ίδια στιγμή που, για να πάρουμε ως παράδειγμα την τύχη της Ελλάδας στο πλαίσιο της μνημονιακής διαδικασίας, στην πραγματικότητα όλες οι αποφάσεις ως προς την εφαρμογή των μνημονιακών προγραμμάτων και τις αντίστοιχες «δρακόντειες» κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασής τους λαμβάνονται ύστερα από απόφαση του Eurogroup.

· Υπό τις ως άνω προϋποθέσεις η νομολογία του ΔΕΕ –και δίχως αυτό να σημαίνει την επίρριψη της αποκλειστικής ευθύνης σε αυτό αλλά στην έλλειψη αποτελεσματικών κανόνων οικονομικής διακυβέρνησης εντός Ευρωζώνης, η οποία επιτείνει το «δημοκρατικό κενό» εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύνολό της- οδηγείται, μοιραίως, στο συμπέρασμα ότι το Eurogroup διαδραματίζει τον ρόλο ενός είδους «éminence grise»!

γ) Εφόσον, όπως ήδη εκτέθηκε, η πεμπτουσία του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου –καθώς και του Κράτους Δικαίου γενικώς- έγκειται στην ύπαρξη κανόνων δικαίου οι οποίοι οριοθετούν την οργάνωση, την λειτουργία και τις αρμοδιότητες των ευρωπαϊκών οργάνων, περαιτέρω δε τις έννομες συνέπειες κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών, το ακόλουθο συμπέρασμα είναι κάτι παραπάνω από προφανές: Το σύμπτωμα της θεσμικής «αφάνειας» του Eurogroup, με τις επέκεινα συνέπειες, αποκαλύπτει ένα διόλου αμελητέο κενό του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου, το οποίο πλήττει ευθέως την ομαλή πορεία προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Δοθέντος ότι η εντεύθεν προκύπτουσα επικυριαρχία του «οικονομικού» επί του «θεσμικού» αποδεικνύει ότι οι αρμοί του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου δεν είναι σε θέση ν’ αντιμετωπίσουν αποτελεσματικώς τους ενδεχόμενους –και ήδη ορατούς- κινδύνους από τις παρεμβάσεις μιας θεσμικώς ανεξέλεγκτης οικονομικής παγκοσμιοποίησης.

 

ΙΙΙ. Ορισμένοι βασικοί άξονες πάνω στους οποίους πρέπει να στηριχθεί -κατά προτεραιότητα- το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης.

Συμπληρωματικώς, ως προς τις σκέψεις που προηγήθηκαν, διευκρινίζεται ότι το όλο εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, έως ότου φθάσει στον τελικό του στόχο, πρέπει να συνδυασθεί και με την δημιουργία και αποτελεσματική λειτουργία αξόνων δράσης, οι οποίοι θα επενεργήσουν ευεργετικά στην σταδιακή εξέλιξη και την οριστική του ευόδωση. Τέτοιοι άξονες είναι κυρίως εκείνοι, οι οποίοι διαμορφώνουν τις θεσμικές και πολιτικές προϋποθέσεις λήψης σημαντικών αποφάσεων σε καίριους τομείς της εν γένει Ευρωπαϊκής Πολιτικής. Και στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι μια από τις κύριες παθογένειες του όλου Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος, υπό την σημερινή του δομή και λειτουργία, είναι η απουσία αποφάσεων ή η μεγάλη καθυστέρηση κατά την λήψη αποφάσεων, οι οποίες επηρεάζουν καθοριστικώς τόσο την εσωτερική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και την υπόστασή της και το κύρος της στο διεθνές γίγνεσθαι. Τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα τέτοιων αξόνων δράσης, που πρέπει να ολοκληρωθούν και να λειτουργήσουν για να προωθηθεί η διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, συνιστούν οι άξονες αφενός της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και της Πολιτικής Ασφάλειας και, δεύτερον, της Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής.

Α. Ο άξονας της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και της Πολιτικής Ασφάλειας.

Εξαιρετικά χρήσιμο, ως προς την ανάδειξη εν προκειμένω της σημασίας του άξονα της εξωτερικής Πολιτικής και της Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), είναι το ακόλουθο παράδειγμα: Πρέπει να επισημανθεί το αρνητικό γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν παρενέβη ενεργώς όσο θα έπρεπε στα τεκταινόμενα λόγω του πολέμου στην Μέση Ανατολή και, κατά συνέπεια, και στην χάραξη αποτελεσματικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση του ISIS, όταν μάλιστα ήταν και είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι το «πολεμικό θέατρο» της Μέσης Ανατολής αφορούσε και αφορά ευθέως πολλά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με άμεσες επιπτώσεις σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

1. Η κατάσταση αυτή έφερε στο φως και το σημαντικό θεσμικό και πολιτικό κενό που προκύπτει εκ του ότι ο άξονας της (ΚΕΠΠΑ), των άρθρων 23 επ. της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣυνθΕΕ), ήταν και παραμένει σχεδόν «ατροφικός». Συνακόλουθα δε αρκετά αδύναμος για να οδηγήσει, ιδίως σε περιπτώσεις εξαιρετικώς επείγοντος όπως εν προκειμένω, στην αποτελεσματική και έγκαιρη χάραξη ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.

2. Κατά συνέπεια, παρίσταται, έστω και τώρα, άμεση ανάγκη ολοκληρωμένης ενεργοποίησης και εφαρμογής των θεσμών της ΚΕΠΠΑ, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 23 επ. της ΣυνθΕΕ. Τούτο συνεπάγεται, περαιτέρω, και:

α) Τον πλήρη σεβασμό της αρχής της Συνεννόησης και, ιδίως, της Αλληλεγγύης κατά την χάραξη και εφαρμογή της ΚΕΠΠΑ, όπως ρητώς ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 32 παρ. 1 εδ. α΄ της ΣυνθΕΕ.

β) Καθώς και τον πλήρη σεβασμό της αρχής της Αλληλεγγύης στους τομείς του Ασύλου και της Μετανάστευσης, δηλαδή τον πλήρη σεβασμό των διατάξεων των άρθρων 77 επ. της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και κατ’ εξοχήν του άρθρου 80 που ρητώς αναφέρεται στην ως άνω αρχή της Αλληλεγγύης. Αυτό καθίσταται τόσο περισσότερο αναγκαίο, όσο κατά την κρίση στην Μέση Ανατολή παρατηρείται, όπως ήδη επισημάνθηκε αναλυτικώς, εκ μέρους ορισμένων κρατών-μελών, μια προκλητική παραβίαση της αρχής της Αλληλεγγύης ως προς την αντιμετώπιση των προσφύγων υπό όρους Ανθρωπισμού και Δικαιοσύνης, ήτοι υπό όρους πλήρους σεβασμού των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Παραβίαση, η οποία συνοδεύεται και από μιάν εξίσου προκλητική άγνοια της έννοιας των θαλασσίων συνόρων των κρατών-μελών, επέκεινα δε της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του τρόπου φύλαξής τους υπό όρους πλήρους σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου.

Β. Ο άξονας της Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής.

Είναι περιττό να τονισθεί περισσότερο -άλλωστε σχετικές αναφορές έγιναν ήδη αμέσως ανωτέρω- η σημασία της αποτελεσματικής και αποδοτικής λειτουργίας του άξονα της Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής για όλο το φάσμα της οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατ’ εξοχήν όμως για την οικονομία της Ευρωζώνης, μ’ αιχμή του δόρατος την αναπτυξιακή της πορεία και την πορεία του Ευρώ. Όπως ήδη αναλύθηκε εκτενώς, οι θεσμοί μέσω των οποίων λειτουργεί ο άξονας της Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσιάζουν σημαντικά κενά και, άρα, εξίσου σημαντικές ατέλειες, οι οποίες μπορεί να υπονομεύσουν κυρίως την αναπτυξιακή προοπτική της Ευρωζώνης και την αντίστοιχη προοπτική του κοινού νομίσματος, του Ευρώ. Για ν’ αντιμετωπισθεί το ενδεχόμενο αυτό και, επέκεινα, να ευοδωθεί ουσιαστικώς το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, κρίνονται αναγκαίες οι εξής τομές ως προς συγκεκριμένους θεσμούς της Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

1. Πρώτον, απαιτείται η ολοκλήρωση των θεσμικών μεταβολών, μέσω των οποίων θα προσδιορισθεί επακριβώς -υπό όρους Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου- η όλη οργάνωση και λειτουργία του Eurogroup. Έτσι ώστε να πάψει να υφίσταται η κατά τη νομολογία του ΔΕΕ -όπως αναλύθηκε προηγουμένως- θεσμική «αφάνεια» του Eurogroup. «Αφάνεια», η οποία δεν είναι συμβατή με τον καθοριστικό ρόλο, τον οποίο διαδραματίζει στην πράξη το Eurogroup για την Ευρωζώνη στο σύνολό της. Δηλαδή, σε τελική ανάλυση, δεν είναι συμβατή με τις θεμελιώδεις αρχές του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου και της εξ αυτού απορρέουσας αρχής της νομιμότητας.

2. Δεύτερον, απαιτείται ο άμεσος εφοδιασμός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) με όλα εκείνα τα θεσμικά μέσα, με τα οποία μπορεί να φέρει σε πέρας την, κατά τον προορισμό της, αποστολή της.

α) Η ανάγκη διασφάλισης στην ΕΚΤ των κατάλληλων μέσων για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους στην Ευρωζώνη γίνεται ακόμη πιο επιτακτική, λόγω του ότι η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται μπροστά σε μια τεραστίων διαστάσεων κρίση χρέους, η οποία φέρνει στην επικαιρότητα την θεωρία της «Στιγμής Μίνσκι» ή της «Στιγμής του Τσακαλιού» («Minsky Moment», «coyote Moment»).

α1) Τα στοιχεία είναι, κυριολεκτικώς εφιαλτικά: Το παγκόσμιο χρέος έχει φθάσει -και μάλιστα με τάσης αύξησης υπό όρους γεωμετρικής προόδου- κοντά στο 330% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αγγίζοντας τα 230 τρισ. δολ. Την μερίδα του λέοντος -περίπου τρία τέταρτα- του χρέους αυτού κατέχουν τα κράτη και οι επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων φυσικά σ’ αυτές των τραπεζών.

α2) Το ως άνω σενάριο γίνεται ακόμη πιο δυσοίωνο εκ του ότι, επειδή οι αποδόσεις ως ποσοστό συρρικνώνονται, ενισχύεται ραγδαία η ροπή προς επικίνδυνες κερδοσκοπικές τοποθετήσεις. Αρκεί να σημειωθεί εδώ ότι η ονομαστική αξία των παραγώγων -του πιο χαρακτηριστικού δείγματος παρακεκινδυνευμένης κερδοσκοπικής τοποθέτησης- παγκοσμίως ανέρχεται στο ιλιγγιώδες ύψος των 550 τρισ. δολ. περίπου, αγγίζοντας το υπερδιπλάσιο του παγκόσμιου χρέους και το υπερπενταπλάσιο του παγκόσμιου ΑΕΠ.

β) Θα πρέπει να επισημανθεί συναφώς η ιδιαιτέρως θετική στάση του ΔΕΕ προς την κατεύθυνση αυτή. Με την εξαιρετικά σημαντική απόφασή του Gauweiller (C-42/64) –με την οποία κρίθηκε ότι το πρόγραμμα της ΕΚΤ περί αγοράς κρατικών ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές (ΟΜΤ) δεν παραβιάζει την απαγόρευση νομισματικής χρηματοδότησης κρατών-μελών από την ΕΚΤ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 123 παρ. 1 ΣΛΕΕ- το ΔΕΕ διόρθωσε σημαντικές αρρυθμίες και αβλεψίες στον σχεδιασμό της νομισματικής ένωσης. Και επέτρεψε στην ΕΚΤ ν’ αναλάβει έναν πιο ενεργητικό ρόλο κατά την διαχείριση της νομισματικής αποστολής της, χρησιμοποιώντας όλα εκείνα τα μέτρα που διαθέτουν οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες (όπως π.χ. η Fed στις ΗΠΑ) για να επεμβαίνουν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Σ’ αυτό το πλαίσιο η ΕΚΤ πρέπει να εφοδιασθεί ιδίως με τα μέσα που της επιτρέπουν:

β1) Ν’ ασκήσει αποτελεσματικά τον εποπτικό της ρόλο στο σύνολο του τραπεζικού συστήματος που υπάγεται σ’ αυτήν.

β2) Ν’ αντιμετωπίσει την άκρως επικίνδυνη κρίση χρέους, που εκδηλώνεται απειλητικά στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να επισημανθεί ότι, δίχως την θεσμοθέτηση ενός είδους κατάλληλου «ευρωομόλογου», η ΕΚΤ δεν θα μπορέσει ν’ ανταποκριθεί στην αποστολή της για την αντιμετώπιση της προαναφερόμενης κρίσης χρέους και, συνακόλουθα, στην αποστολή της για την δημιουργία προϋποθέσεων πραγματικής και βιώσιμης ανάπτυξης κυρίως εντός Ευρωζώνης.

3. Τρίτον, απαιτείται η πλήρης μετατροπή, το ταχύτερο δυνατόν, του ESM σε πραγματικό Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο. Η εξέλιξη αυτή από την μια πλευρά θ’ αποτρέψει στο μέλλον την επανάληψη του φαινομένου της ανάμιξης στα interna corporis της Ευρωζώνης οργανισμών δίχως την ανάλογη εμπειρία. Και, από την άλλη πλευρά, θα βοηθήσει ουσιωδώς την ΕΚΤ στην ευόδωση της, κατά τ’ ανωτέρω, αποστολής της.

Επίλογος

Η ανάλυση που προηγήθηκε οδηγεί στο συμπέρασμα -το οποίο άλλωστε επιβεβαιώνει καθημερινά η σημερινή δυσοίωνη συγκυρία στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης- ότι μια ισχυρή Ενοποιημένη Ευρώπη, ικανή να φέρει σε πέρας τον πλανητικό της ρόλο, προϋποθέτει την απαραίτητη θεσμική και πολιτική συνοχή του όλου Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος, την οποία μόνον η οριστική Ευρωπαϊκή Ενοποίηση μπορεί να διασφαλίσει.

Α. Η μορφή, την οποία θα πάρει το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα μετά το πέρας της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης είναι, σε γενικές τουλάχιστον γραμμές, δεδομένη: Μια ομοσπονδιακή σύνδεση των κρατών-μελών, που εδράζεται στην, υπαρξιακή για το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα, αρχή της Αλληλεγγύης, με μια διακυβέρνηση, η οποία στηρίζεται στον σεβασμό της Δημοκρατικής Αρχής μέσω των θεσμικών αντηρίδων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Και το θεσμικό πρότυπο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ιδίως την εφαρμογή της αρχής της διάκρισης των Εξουσιών, την εμπέδωση του Κράτους Δικαίου και της συνακόλουθης αρχής της νομιμότητας, οπωσδήποτε δε τον σεβασμό των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Β. Το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης απαιτεί, επιπλέον, για την ευόδωσή του την άμεση οργάνωση και λειτουργία των μηχανισμών εκείνων, μέσω των οποίων μπορεί να λαμβάνονται, εγκαίρως και αποτελεσματικώς, οι καίριες εκείνες αποφάσεις, που δίνουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την δυνατότητα να φέρει σε πέρας την αποστολή της, τόσον έναντι των κρατών-μελών όσο και στο πεδίο του διεθνούς γίγνεσθαι. Οι αποφάσεις αυτές σχετίζονται, κατά κύριο λόγο, με την Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας καθώς και με την Οικονομική και Νομισματική Πολιτική.

Γ. Χωρίς την απαραίτητη συνοχή και με την προοπτική της ενοποίησής της αμφίβολη -όπως, δυστυχώς, συμβαίνει σήμερα- είναι προφανές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να εμπνεύσει εκείνο το κύρος, το οποίο ως και στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν της έκανε «ελκυστική», έτσι ώστε τα κράτη της Γηραιάς Ηπείρου να «διαγκωνίζονται», κυριολεκτικώς, προκειμένου να καταστούν μέλη της. Το Brexit πρέπει να προβληματίσει σοβαρά όλους εκείνους που πιστεύουμε στο Ευρωπαϊκό Όραμα. Πέραν τούτου, και το κυριότερο: Μόνον η ρεαλιστική προοπτική μιας ισχυρής Ενωμένης Ευρώπης μπορεί να εξουδετερώσει τα μορφώματα του λαϊκισμού ή και του νεοναζισμού τα οποία, όπως προκύπτει από όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις στα κράτη-μέλη μέσα στο 2017, αναφύονται και επιβουλεύονται, απροκάλυπτα, την συνοχή και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.   

(ΑΠΕ)