Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

3 Οκτωβρίου 2019: Γιορτή Δικαιοσύνης

Μεγάλη η σημερινή ημέρα, που η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Διονυσίου του Αεροπαγίτη και ο νομικός κόσμος τον προστάτη Άγιο της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της. Στη δικαστική και πνευματική προσωπικότητά του συναντώνται η αρχαία Ελληνική σοφία και η Αριστοτελική φιλοσοφική σκέψη με τη Χριστιανική πίστη και αλήθεια, χαρακτηριστικό του δε γνώρισμα αποτέλεσαν οι αρετές του μέτρου και της διακρίσεως αφενός, και της συμπάθειας προς τον πάσχοντα άνθρωπο αφετέρου.

Η ιστορική πορεία του Αγίου, που χαρακτηρίστηκε «ουρανομύστης και πάνσοφος» είναι γνωστή. Γεννήθηκε το 9 μ.Χ. και πέθανε θυσιαζόμενος για την πίστη και τις αρχές του στις 3 Οκτωβρίου
96 μ.χ.

Είχε την τύχη να γεννηθεί στην Αθήνα, από γονείς ευγενείς και άρχοντες, σε μια εποχή και μία πόλη που του επέτρεψαν να αναπτύξει και να καλλιεργήσει το πνεύμα του και τις δεξιότητές του και να αναδειχθεί σε πρώτιστο κριτή και δημοκράτη της πόλης καθώς και σε έναν από τους εννέα βουλευτές του Αρείου Πάγου.

Ως δικαστής ήταν η προσωποποίηση και η ενσάρκωση της δικαιοσύνης. Ήταν δίκαιος, ανεπηρέαστος, αυστηρός κριτής που όμως απέδιδε δικαιοσύνη με μέτρο και σύνεση.

Τα αξιώματα, η δόξα και ο πλούτος του, η κοινωνική καταξίωση, δεν τον εμπόδισαν να ασπασθεί τον χριστιανισμό και να γίνει ο Πρώτος επίσκοπος της πόλης των Αθηνών και Απόστολος του Χριστιανισμού και τελικά μάρτυρας της πίστης του.

Ο Διονύσιος ως δικαστής, πλήρης σοφίας και σύνεσης, ακολούθησε βασικές αρχές κατά την εκτέλεση των δικαστικών του καθηκόντων που αποτελούν ιερή παρακαταθήκη για τους σύγχρονους λειτουργούς της Θέμιδας, τη συμπάθεια προς τον άνθρωπο και η διάκριση του μέτρου, συνδυάζοντας ακρίβεια και επιείκεια, δικαιοσύνη και φιλανθρωπία.

Από την εποχή του Αγίου Διονυσίου ως σήμερα, η νομική επιστήμη και το δίκαιο έχουν εξελιχθεί, έχουν προοδεύσει και η ιδέα της δικαιοσύνης, με πειθαρχία και συνεχή προσήλωση προς το νόμο έχουν εδραιώσει τις βάσεις της επιστήμης μας και έχουν αναδείξει μεγάλους νομικούς και δασκάλους του δικαίου.

Στις μέρες μας όμως, με ευθύνη και όσων διακονούν τη δικαιοσύνη, έχουν τεθεί αμείλικτα ερωτήματα. Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΤΟΙΚΕΙ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ? Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΗΜΕΡΑ ΝΟΣΕΙ? ΚΑΙ ΕΝ ΤΕΛΕΙ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΗΜΕΡΑ ΥΠΑΡΧΕΙ?

Πλείστα όσα τα παραδείγματα και οι σκοτεινές σελίδες στην ιστορία της ελληνικής δικαιοσύνης, που όταν έρχεται αντιμέτωπη με τους αδύνατους εμφανίζεται εξαιρετικά αυστηρή ενώ όταν έχει απέναντί της ισχυρούς πολιτικούς ή οικονομικούς παράγοντες εξαντλεί την επιείκειά της.

Πριν από 30 χρόνια ήταν σχεδόν απίθανο να ήξερε κάποιος το όνομα έστω και ενός ανώτατου δικαστικού λειτουργού. Σήμερα, είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο, οι ειδήσεις που αναφέρονται – τις περισσότερες φορές υποτιμητικά – σε δικαστές. Δικαστές που εμπλέκονται με την πολιτική εξουσία, δικαστές που επιχειρούν να χειραγωγήσουν τη δικαιοσύνη, παραδικαστικά κυκλώματα.

Οι πρόσφατες εξελίξεις των τελευταίων ετών και τα κατά καιρούς ατοπήματα ανώτατων δικαστικών, έχουν οδηγήσει αρκετούς σε βαθύτατο προβληματισμό σχετικά με την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας στην Ελλάδα. Στις μέρες μας η ζυγαριά της δικαιοσύνης δεν είναι πάντοτε ισορροπημένη. Δίνεται η εντύπωση ότι μεταξύ της δικαιοσύνης και της απονομής της δικαιοσύνης υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που τις χωρίζει.

Ωστόσο, για πολλούς, και για τον ομιλούντα, η δικαιοσύνη είναι ένας από τους ελάχιστους εναπομείναντες θεσμούς που διατηρεί την ακεραιότητά του.

Η συντριπτική πλειοψηφία των δικαστικών λειτουργών προσπαθούν, μέσα σε αντίξοες συνθήκες, να ασκούν με αξιοπρέπεια το λειτούργημά τους. Προσπαθούν να δικαιώσουν την κοινή περί δικαίου συνείδηση, αυτή δηλαδή που είναι σύμφωνη με την ηθική και τη δικαιοσύνη. Αντιμετωπίζουν καθημερινά τις ελλείψεις στις υποδομές, τις ελλείψεις στην τεχνολογία, τις ακατάλληλες συνθήκες απονομής δικαιοσύνης.

Σήμερα ζούμε σε μια εποχή έξαρσης των δικαιϊκών θεσμών είτε αυτοί αναφέρονται στη ρύθμιση σχέσεων μεταξύ των ατόμων, είτε στις σχέσεις μεταξύ των κρατών, έστω και σε επίπεδο που δεν ικανοποιεί ακόμα την επιθυμία όλων μας για ένα κόσμο ειρηνικό, δίκαιο και η ισότιμο. Ωστόσο παρ’ όλες τις αντιξοότητες και τις εγγενείς αδυναμίες παρατηρείται έκρηξη των κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων, αναγνώριση της αξίας του ανθρώπου αλλά και θεμελίωση του δικαιώματός του να προσφεύγει για προστασία ακόμη και σε Υπερεθνικούς δικαστικούς σχηματισμούς.

Ο εορτασμός της γιορτής της δικαιοσύνης δεν αναφέρεται σε μια ιστορική έννοια, της οποίας η συντήρηση και στις ερχόμενες γενιές έχει βαρύνουσα σημασία, όπως συχνά συμβαίνει στις περιπτώσεις των ιστορικών επετείων.

Αναφέρεται σε ένα τωρινό, υπαρκτό, ζωντανό πολιτειακό θεσμό, που όχι μόνο έχει διανύσει μια μακραίωνη και γόνιμη ιστορική πορεία, αλλά που κατέχει νευραλγικό ρόλο τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον. Κι αυτό, γιατί η Δικαιοσύνη ως λειτουργία και εξουσία ταυτόχρονα, του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι το θεμέλιο της κοινωνικής συμβίωσης. Θεμέλιο όμως που προϋποθέτει μια δικαιοσύνη άτρωτη και αυθεντική, απαλλαγμένη από εξαρτήσεις και κάθε είδους πειρασμούς.

Η δικαιοσύνη πρέπει να καταργεί τα προνόμια, να διασπά τα δεσμά, να διαφυλάττει τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και να εξασφαλίζει ισότητα και ισομέρεια. Να Εμπνέει την κοινωνική συνοχή, να υποστηρίζει την αλληλεγγύη, να προστατεύει την προσωπικότητα και να καθιερώνει τα δικαιώματα των ατόμων. Να προβλέπει και ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις, να τροποποιεί τα κακώς κείμενα και να εμπνέει εμπιστοσύνη και ασφάλεια, προοιωνίζοντας μελλοντικές εξελίξεις ευεργετικές. Να εγγυάται την ορθή εξελικτική πορεία της κοινωνίας και να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της προσωπικότητας των κοινωνών του δικαίου μέσα σε καθεστώς ελευθερίας, ισότητας και αξιοπρέπειας. Η δικαιοσύνη εξελίσσεται, πάντα όμως προσανατολισμένη στην προστασία του αδυνάτου και τον περιορισμό της αυθαιρεσίας του δυνατού.

Αντίθετα τα θεμέλια της κοινωνίας θεωρούνται σαθρά όταν η δικαιοσύνη δεν ορθοφρονεί ή ακόμα χειρότερα όταν χειραγωγείται, όταν συμμορφώνεται στη θέληση και τις επιδιώξεις των ισχυρών, όταν αποδεικνύεται ασθενής και ευάλωτη, όταν απολλύει την ανεξαρτησία της γνώμης και την προσήλωση στο καθήκον.

H ελληνική δικαιοσύνη διαδραμάτισε από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του νεώτερου ελληνικού κράτους το ρόλο του εκφραστή του δικαίου, που συνιστά και τον ασφαλέστερο προστάτη και εγγυητή της ελευθερίας. Από τότε συμπορεύτηκε με το λαό μας σε όλη την ιστορική του πορεία, με κεντρικό της μίτο έναν αδιάκοπο αγώνα για την εξασφάλιση και την κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας και της δημοκρατίας.

Υπάρχουν λαμπρές πράξεις και σεβαστές προσωπικότητες που σημαδεύουν αυτή την παράλληλη αγωνιστική και εξελικτική πορεία. Η σημαντική αυτή ιστορική πορεία όσο λαμπρή είναι, άλλο τόσο είναι και δεσμευτική για τους σημερινούς λειτουργούς της δικαιοσύνης. Το έργο κανενός δικαστή δεν έμεινε στην ιστορία για τη συμμόρφωσή του στη θέληση και τις επιδιώξεις των ισχυρών.

Απεναντίας κόσμησαν το χώρο της δικαιοσύνης και παραμένουν φωτεινά παραδείγματα οι προσωπικότητες που σε κρίσιμες στιγμές, όταν και όπου απαιτήθηκε, επέδειξαν σθένος και ανεξαρτησία γνώμης, υπακούοντας στις επιταγές του δικαίου, της ηθικής και της συνείδησής τους.

Αν και η δικαιοσύνη αποτελεί την άρρηκτη και στατική θεμελίωση των ελευθέρων θεσμών, ωστόσο το περιεχόμενο των τελευταίων δεν είναι στατικό. Και τούτο, γιατί η ελευθερία συνιστά μια κατάσταση που πρέπει συνεχώς να αναδημιουργείται και οι θεσμοί της να αναπροσαρμόζονται στο περιεχόμενό τους τόσο για να εξακολουθούν να λειτουργούν κοινωνικά, όσο και για να συμβάλλουν στη διαρκή διεύρυνση της κοινωνικής ελευθερίας. Έτσι, ο ρόλος της ελληνικής δικαιοσύνης προσδιορίζεται στα πλαίσια της υπηρεσίας των κοινωνικών συμφερόντων και των ελευθεριών του ατόμου κατά τρόπο δυναμικό και πρωτοποριακό. Πρέπει να παραμένει ανεπηρέαστη από εξωδικαιϊκές παρεμβάσεις, από φατριασμούς και σκοπιμότητες, ώστε να μπορεί να συνεχίσει τη μακραίωνη παράδοσή της.

Προς το σκοπό αυτό, η Πολιτεία έχει υποχρέωση να προστατεύσει και να θωρακίσει το κύρος και την ακεραιότητα της δικαιοσύνης και των λειτουργών της και να απέχει από όλες τις προσπάθειες χειραγώγησής της. Η δικαιοσύνη ούτε χειραγωγείται ούτε πρέπει να είναι χειραγωγήσιμη. Όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης στα «Ηθικά Νικομάχεια», ο πολίτης καταφεύγει στο δικαστή πιστεύοντας πως καταφεύγει στο δίκαιο. Γιατί ο δικαστής είναι αυτός που εμψυχώνει το δίκαιο, το οποίο με τη σειρά του δημιουργεί και εξασφαλίζει την ευτυχία της πολιτικής κοινωνίας και των μελών της.

Αυτόν τον εκφραστή και εμψυχωτή του δικαίου οφείλει να αναζητήσει, να αναδείξει και να θωρακίσει η Πολιτεία στο πρόσωπο των λειτουργών της Ελληνικής δικαιοσύνης.

Δεν πρέπει όμως η Πολιτεία να λησμονεί και το έτερο καθήκον της: Την εμπέδωση της νομικής παιδείας και του σεβασμού του πολίτη στη δικαστική εξουσία. Όπως είναι καθολικά αποδεκτό η δικαιοσύνη πρέπει να έχει ένα μέτρο, να είναι ίδια για όλους, να είναι το δείγμα το απαράβατο, που καθοδηγεί και καθορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Η δικαιοσύνη πρέπει να εμπεριέχει τα στοιχεία της ηθικής και της αρετής. Όσο βαθύτερη είναι η παιδεία τόσο μεγαλύτερος είναι ο σεβασμός προς τη δικαιοσύνη. Όταν το άτομο εμφορείται από δίκαιες ιδέες και γνωρίζει το περιεχόμενο της ορθής ανθρώπινης συμπεριφοράς, εθίζεται στο να αποφεύγει την προσβολή των δικαιωμάτων των συμπολιτών του. Έτσι ο άνθρωπος έχει απόλυτη ανάγκη παιδείας νομικής, αφού με τον τρόπο αυτό ενστερνίζεται και αποκτά συνείδηση του δικαίου. Και το όφελος της Πολιτείας από τη δημιουργία τέτοιου είδους πολιτών είναι αφάνταστα μεγάλο, αφού συμβάλλει στη θεμελίωση του τείχους της δικαιοσύνης, που καθίσταται απρόσβλητο από κάθε είδους επιβουλή.

Κυρίες και κύριοι

Σε όλο αυτό το πλαίσιο είναι νομίζω προφανής και η συμβολή του Δικηγόρου στην προστασία των δικαιωμάτων και της ελευθερίας του πολίτη. Πράγματι, έννοιες όπως η Ελευθερία και τα δικαιώματα, που σήμερα θεωρούνται σχεδόν αυτονόητα και σύμφυτα με την ανθρώπινη ύπαρξη και προσωπικότητα, μερικές δεκαετίες πριν αποτελούσαν καθημερινό αντικείμενο της δράσης και του αγώνα του Δικηγόρου. Ο Δικηγόρος είναι ο εκ καθήκοντος υπερασπιστής του πολίτη, γι’ αυτό και βρέθηκε πάντα στην κοινωνική, πολιτική και επιστημονική πρωτοπορία σε όλους τους αγώνες.

Στο Δικηγόρο – υπερασπιστή, προστρέχει ο πολίτης που θεωρεί ότι αδικείται, ότι καταπατώνται τα δικαιώματά του, ότι είναι αδύναμος και ανυπεράσπιστος μπροστά στο μέγεθος της αυθαιρεσίας της κάθε εξουσίας. Στο Δικηγόρο όμως εναποθέτει τις ελπίδες του και εκείνος που υπέπεσε σε βαρύτατες πράξεις και έχει την εύλογη αξίωση να θεωρείται αθώος μέχρι την κατάγνωση της ενοχής του.

Ο νομικός κόσμος της Λαμίας, που συμμετέχει στη σημερινή εκδήλωση προς τιμήν του Αγίου και προστάτη της δικαιοσύνης, του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, ατενίζει την διαχρονικά επιτυχημένη πορεία της δικαιοσύνης, που παρά τις αντιξοότητες, παρά τα λάθη, αυτή και οι λειτουργοί της, με αγώνες και θυσίες, έθεσαν τα θεμέλια της σημερινής δικαιοκρατικής πολιτείας και το αρραγές βάθρο του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Είναι κοινή πεποίθηση ότι και στο μέλλον θα υπηρετήσουν τις έννοιες του δικαίου και της ελευθερίας, αρχών των οποίων υπήρξαν πάντα οι πιστοί θεματοφύλακες.

Αντί για ερώτημα «υπάρχει δικαιοσύνη ?», θα έπρεπε να διατυπώνεται η φράση θετικά «δικαιοσύνη υπάρχει». Αρκεί να έχουμε το θάρρος να αντικρύσουμε τα προβλήματά της, την ψυχραιμία να τα αναγνωρίσουμε και τη θέληση να τα επιλύσουμε.

Η ομιλία τού Γενικού Γραμματέα τού Δικηγορικού Συλλόγου Λαμίας Ιωάννη Πατσούρα, εκφωνήθηκε την Πέμπτη 3 Οκτωβρίου, στον Μητροπολιτικό Ναό Ευαγγελισμού τής Θεοτόκου Λαμίας κατά την εορτή τού Αγίου Διονυσίου τού Αρεοπαγίτη, προστάτη τού Νομικού κόσμου και των λειτουργών τής Δικαιοσύνης. 

 

   

randomness