Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

Ντελιβεράδες της Λαμίας μιλούν στον “Λ.Τ.”: Η πανδημία έκλεισε τα μαγαζιά και άνοιξε το επάγγελμα του Ντελιβερά!

Με τους περιορισμούς στις μετακινήσεις των πολιτών να είναι ακόμη σε ισχύ, έπειτα από συνεχόμενες καραντίνες σε όλη τη χώρα, οι διανομείς ουσιαστικά «κάνουν τον κόσμο να προχωρά». Όταν αναφερόμαστε στους εργαζόμενους «πρώτης γραμμής» κατά τη περίοδο της πανδημίας, εύλογα το μυαλό των περισσότερων πηγαίνει στο ιατρικό προσωπικό.

Ωστόσο, υπάρχει κι ένας ακόμη κλάδος, αυτός των διανομέων, ο οποίος δεν σταμάτησε να δουλεύει ποτέ, έχοντας να σηκώσει μεγάλο βάρος, μέσα σε συνθήκες όπου επικρατούσε εργασιακή ανασφάλεια, άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο, ήδη πριν από την πανδημία.

Μένοντας σπίτι το μεγαλύτερο μέρος της μέρας, μια από τις πιο συχνές δραστηριότητες των ανθρώπων είναι να παραγγείλουν. Καφέ, φαγητό, ή οποιοδήποτε άλλο προϊόν κι αν χρειάζεται κανείς, οποιαδήποτε ώρα, οι ντελιβεράδες είναι εκεί για να το φέρουν. Οι καιρικές συνθήκες δεν έχουν πραγματικά σημασία. Με ζέστη, με κρύο, με βροχή, ακόμη και με χιόνι πολλές φορές, η δουλειά δεν σταματά. Όπως καταλάβατε, το παρόν άρθρο θα ασχοληθεί περισσότερο με τους διανομείς στον τομέα της εστίασης.

Ο συγκεκριμένος κλάδος, όπως υποστηρίζουν εργαζόμενοι του χώρου, έχει υποστεί αρκετές αλλαγές. Πριν από την κρίση, κατά βάση αποτελούσε μια εργασία την οποία θα επέλεγε κανείς για να βγάλει κάτι επιπλέον. Ωστόσο, ειδικά τα τελευταία χρόνια, έχει μετατραπεί σε μια εργασία η οποία κυριολεκτικά συντηρεί ολόκληρα νοικοκυριά. Έπειτα από επικοινωνία που είχα πριν περίπου ένα χρόνο με αρκετούς διανομείς, διαφορετικών ηλικιών και περιοχών, τόσο από μεγάλες πόλεις όσο και από μικρότερες, ή και από νησιά, αυτό που εισέπραξα ήταν πως οι συνθήκες εργασίας δεν ήταν καλές.

Τα ωρομίσθια κυμαίνονται κατά μέσο όρο από 3,50 έως 4 ευρώ. Όσον αφορά τον εξοπλισμό, τον οποίο πρέπει να παρέχει ο εργοδότης, αρκετά συχνά αυτό δεν συμβαίνει, κι έτσι οι εργαζόμενοι να αναγκάζονται να πληρώσουν από την τσέπη τους.

Ζητήματα επίσης υπάρχουν και με το όχημα, είτε είναι του εργαζόμενου είτε παρέχεται από το μαγαζί.

Αυτά δυστυχώς δεν αποτελούν τον κανόνα. Φανταστείτε κάποιος ο οποίος αμείβεται με 3, 4 ή ακόμα και 5 ευρώ την ώρα, να πρέπει να δώσει ένα μέρος του μισθού του για τη συντήρηση του οχήματος ή για την βενζίνη.

Σε γενικές γραμμές αυτή είναι η κατάσταση που επικρατεί στον κλάδο σε πανελλήνιο επίπεδο. Όπως υποστηρίζουν οι εργαζόμενοι, με την έλευση της πανδημίας, οι συνθήκες δεν άλλαξαν. Απλώς, σε κάποιες περιπτώσεις, αυξήθηκε το προσωπικό και η δουλειά. Σε μια πόλη όπως η Λαμία, όπου μας μίλησαν άνθρωποι του χώρου, οι συνθήκες δεν είναι οι χειρότερες, αλλά ούτε και οι καλύτερες.

Μπορεί δηλαδή να θεωρείται πως οι συνθήκες είναι αρκετά καλές, όταν ο εργοδότης κάνει απλά όσα υποχρεούται από τον νόμο, ωστόσο ακόμη και τότε, τα ένσημα δεν μπαίνουν όλα.

Ας δούμε τι υποστηρίζουν και οι ίδιοι οι διανομείς.

Αρχικά, ο Πάνος, φοιτητής, εργάζεται σε μια καφετέρια περίπου 6 μήνες. Παλαιότερα, είχε δουλέψει και στην Καβάλα γύρω στον 1μιση χρόνο, πάλι σαν ντελιβεράς. Εργάζεται έτσι ώστε να μπορεί να συντηρεί τον εαυτό του, όπως λέει. Το ωρομίσθιο, όπως αναφέρει, είναι κοντά στα 3 ευρώ, πράγμα που ισχύει κατά κανόνα σε όλη τη Λαμία. Κάτι που ισχύει επίσης, όμως, είναι πως τα ένσημα είναι παντού τα μισά. «Είναι κανόνας αυτό», τονίζει. Όσον αφορά το μηχανάκι, παρέχεται από το μαγαζί, με καλυμμένα και τα έξοδα. Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει πάντα. Για παράδειγμα, στη Καβάλα, «δεν έδινε σχεδόν κανείς μηχανάκι. Εδώ απ’ ότι ξέρω οι περισσότεροι δίνουν».

Επίσης, ο εργοδότης παρέχει και τον εξοπλισμό που προβλέπεται, ενώ έδωσε και μάσκες στους εργαζόμενους. Εννοείται πως ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες οι παραγγελίες τρέχουν κανονικά, εκτός από κάποια ακραία περίπτωση, ενώ αξιοσημείωτο είναι πως έχει χρειαστεί να κατευθυνθεί σε κατοικία με επιβεβαιωμένο κρούσμα, με τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται. Τηρεί βέβαια πάντα τα μέτρα ασφαλείας.

Τέλος, το δώρο Χριστουγέννων μπήκε κανονικά στη τράπεζα, ωστόσο ο εργοδότης στη συνέχεια κράτησε το μεγαλύτερο μέρος του μισθού για εκείνη την περίοδο.

Ένας ακόμη διανομέας σε κατάστημα εστίασης, με εμπειρία σχεδόν 15 χρόνων, αναφέρει πως το ωρομίσθιο είναι γύρω στα 3μιση ευρώ. «Δύσκολα θα βρεις πάνω από 4 στη Λαμία». Τα γάντια και το κράνος είναι δικά του, ενώ από το μαγαζί έχει λάβει ένα μπουφάν. Επίσης, ο εργοδότης έδωσε και μάσκες. Τα ένσημα είναι και σε αυτή την περίπτωση τα μισά, όπως αναφέρει, ενώ προσαυξήσεις για εργασία τις Κυριακές και τις αργίες δεν υπάρχουν. «Με βάση το νόμο αυτό δικαιούμαστε, αλλά στη πράξη δεν συμβαίνει πουθενά». Δώρο έχει να λάβει εδώ και 2 χρόνια.

Ένας ακόμη εργαζόμενος από τον συγκεκριμένο κλάδο που δέχτηκε να μιλήσει, διαθέτει αρκετή εμπειρία, καθώς δουλεύει από το 2002, κατά βάση στην εστίαση. Αυτή τη στιγμή, κάνει 2 δουλειές. «Για όσο αντέξω», επισημαίνει. Το ωρομίσθιο, είναι και σε αυτή την περίπτωση περίπου στα 3μιση ευρώ. Ο εργοδότης δεν παρέχει κράνος, ωστόσο έχει δώσει γάντια, αδιάβροχα, μπουφάν, μάσκες αλλά και καλύμματα για τα πόδια. «Δεν υπάρχει περίπτωση να βρεις κατάστημα στην Ελλάδα, το οποίο να προσφέρει στο 100% ό,τι προβλέπει ο νόμος». Τα ένσημα σε αυτή την περίπτωση είναι τα περισσότερα, ωστόσο όχι ακριβώς τα προβλεπόμενα.

Όσον αφορά το μηχανάκι, χρησιμοποιεί το δικό του, επειδή «στη συμφωνία που έχω κάνει με το αφεντικό, με συμφέρει αυτό». Αναφέρει όμως πως «απ’ όσο γνωρίζω, τα περισσότερα μαγαζιά δίνουν μηχανάκι».

Τέλος, ο Δημήτρης, κι αυτός φοιτητής, εργάζεται σε καφετέρια. Το ωρομίσθιο είναι 3μιση ευρώ και τα ένσημα ξανά μισά. Το μηχανάκι είναι του μαγαζιού.  Το κράνος είναι δικό του, ενώ του έχει δοθεί ένα μπουφάν.

Ο καθένας φέρνει την δική του μάσκα, ωστόσο, όπως αναφέρει, «εάν δεν έχεις μαζί σου, μπορείς να πάρεις από το μαγαζί».

Η οδηγία είναι φυσικά να τηρούν σχολαστικά τα μέτρα, για την ασφάλεια όλων. Προσαυξήσεις, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπάρχουν. «Όλες οι μέρες είναι ίδιες», τονίζει.

Συνολικά, όλοι συμφωνούν πως η δουλειά έχει ανέβει λόγω της πανδημίας και της καραντίνας, δίχως να φτάσει όμως σε σημείο που να μην μπορούν να ανταποκριθούν. Ένας εξ αυτών, αναφέρει πως «πλέον βάλανε κι άλλα μαγαζιά ντελίβερι, που πριν δεν ήθελαν να ακούσουν γι’ αυτό. Ακόμη και κρεοπωλεία». Η αλήθεια είναι βέβαια πως, παρά την αύξηση της δουλειάς, το προσωπικό δεν αυξήθηκε σε όλα τα μαγαζιά.

Όσον αφορά τον τρόπο που αντιμετωπίζουν οι πελάτες τους διανομείς, υπάρχει κι εδώ η συμφωνία πως, τουλάχιστον στη Λαμία, οι περισσότεροι είναι φιλικοί, σέβονται και κατανοούν. Από την άλλη, φυσικά υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπου παρατηρείται έλλειψη σεβασμού, αγένεια, ακόμη και εξύβριση, αν για παράδειγμα καθυστερήσει η αισθητά η παραγγελία. «Οι περισσότεροι βέβαια καταλαβαίνουν τι περνάμε», αναφέρει ένας από αυτούς που απευθυνθήκαμε.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες λοιπόν, προστίθεται τώρα κι ένας ακόμη λόγος άγχους, εξαιτίας της πανδημίας. «Εμείς προσέχουμε, αλλά δεν ξέρουμε τι κάνει ο πελάτης».

Παίρνοντας ως αφορμή τη συζήτηση για την πανδημία, ο διανομέας με την μεγαλύτερη εμπειρία μεταξύ των 4, επισημαίνει πως θα έπρεπε ο κλάδος να ενταχθεί στα βαρέα και ανθυγιεινά.

«Σκεφτείτε μόνο πόσα ατυχήματα γίνονται καθημερινά. Θεωρώ πως η Κυβέρνηση μας έχει παραμελήσει. Είμαστε κι εμείς εργαζόμενοι πρώτης γραμμής και δουλεύουμε ασταμάτητα», λέει με παράπονο, εκφράζοντας άλλωστε και διαχρονικά αιτήματα ολόκληρου του κλάδου.


Γιάννης Τσεκούρας