Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

Βιβλιοπαρουσίαση: “Ναι, είναι παυσίλυπα…” (του Μπάμπη Μώκου)



Ο κ. Μώκος είναι βέρος Λαμιώτης. Κι όμως δεν έτυχε να τον γνωρίσω μέχρι τώρα (μόνον τηλεφωνικά έχω επικοινωνήσει μαζί του). Ο ίδιος πήρε την πρωτοβουλία και μου έστειλε πρώτα το βιβλίο του “Άτιμη … Κενωνία …!” και μετά ένα δεύτερο με τίτλο “Ναι, είναι παυσίλυπα …”, του 2012, σε πρόσφατη επανέκδοση.


  Ο Μπάμπης Μώκος γεννήθηκε στη Λαμία, όπου έζησε τα νεανικά του χρόνια, αλλά πέρασε τα επόμενα 35 χρόνια στον Πειραιά κυρίως. Κατά τις σπουδές του στη δημοσιογραφία, η επίδραση από το δάσκαλό του Νίκο Τσιφόρο, φαίνεται άμεσα στο πρώτο βιβλίο του. Στην παρούσα γραφή θα γίνει αναφορά στο δεύτερο βιβλίο. 

  Είναι μια χειμαρρώδης γραφή, με εστίαση σε χώρους διασκέδασης, πρόσωπα και δράσεις, με συγκροτημένες παρέες, που ξέρουν κι αγαπούν τη λαϊκή μουσική και τα τραγούδια, συνοδευόμενα από ποιοτικές συζητήσεις και τον αναγκαίο οίνο. Το βιβλίο καταγράφει ονόματα και τα αναγκαία συνοδευτικά στοιχεία των ανθρώπων της παρέας, που με τον τρόπο τους συμβάλλουν στην ερασιτεχνική παρεΐστικη διασκέδαση με λαϊκή μουσική. Η γραφή υποστηρίχθηκε από αξιόπιστες μαρτυρίες γνωστών και φίλων με καλή μνήμη, όσο και από την ισχυρή νοσταλγία που τις συνοδεύει.

   Η πολυετής διαμονή του συγγραφέα στον Πειραιά φανερώνει τη γοητεία του δέχτηκε από τον τόπο και τον κόσμο, στις περιοχές-στέκια με ιδιαίτερη ιστορία και χρώμα (όπως Κοκκινιά, Ταμπούρια, Πασαλιμάνι, Φάληρο, κ.ά.). Ως απόμαχος της εργασίας επέστρεψε στη Λαμία και αξιοποίησε δημιουργικά το χρόνο του, γράφοντας τις σκέψεις, μνήμες, εμπειρίες, τον τρόπο ζωής και ευχαρίστησης στα προηγούμενα 30 χρόνια.

   Η επιστροφή του στη γενέτειρα πόλη επανέφερε γνωριμίες, αλλά  και τη σύνδεση με νέα πρόσωπα και παρέες, που παίζουν όργανα (έγχορδα) και τραγουδούν, με κυρίαρχο το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι. Η γραφή του τονίζει την αναγκαία τήρηση των κανόνων και του αξιακού χαρακτήρα, που άτυπα καθορίζουν τις παρέες. Απαιτούν σεβασμό, καλό λόγο και αξιοπρέπεια, χωρίς εγωισμούς και φιγούρα. Αλλιώς φεύγεις από την παρέα.

   Κυρίαρχα συνδετικά στοιχεία της παρέας είναι ο οίνος (παυσίλυπος) και φυσικά τα συνοδευτικά τραγούδια (επίσης παυσίλυπα), που παίζονται απλά ή έντεχνα, ανάλογα με το βαθμό δεξιοτεχνίας-γνώσης του ερασιτέχνη λαϊκού παίχτη. Ο συνδυασμός των “παυσίλυπων” ενεργεί στα μέλη της παρέας ως ισχυρό φάρμακο, με ανάταση του νου, διόρθωση του συναισθήματος, ευεργετική επίδραση στη μνήμη ή στη λησμονιά και χαλάρωση της έντασης. Κατά περίπτωση, το αποτέλεσμα εξαρτάται από τη μουσική και το στίχο του τραγουδιού.

   Ο συγγραφέας επεκτείνει αρκετά τη θεματολογία του (με ικανή βιβλιογραφία) στη μουσική των βυζαντινών, την ψαλτική και μουσικές κλίμακες και στα διάφορα είδη μουσικών οργάνων (έγχορδων). Καλύπτει τη χρονική διαδρομή από το 19ο αι., μετά στον 20ό αι. και από τα Σμυρναίικα φτάνει μέχρι τα Πειραιώτικα, αλλά και μετά (με κορυφαίους και πρωτοπόρους δημιουργούς). Η περίοδος του Μεσοπολέμου και ιδιαίτερα η δεκαετία του ’30 κορύφωσε το διωγμό των ρεμπέτικων, τόσο από τη συντηρητική όσο και την αριστερή πλευρά, αλλά και τη λογοκρισία της περιόδου Μεταξά. Όμως, στα μεταπολεμικά χρόνια, μεγάλα ονόματα του τραγουδιού εμπλούτισαν σε αριθμό και σε εξαιρετική ποιότητα το λαϊκό μουσικό χώρο και τον καθιέρωσαν οριστικά από την δεκαετία του ’60.

   Ο συγγραφέας δεν λησμονά και την καντάδα-οπερέτα. Επεκτάθηκε ακόμη και στο χώρο της δημοτικής μας μουσικής, αν και εδώ δεν έχουμε παρεΐτικη μουσική, αλλά συμμετοχή πολλών ανθρώπων σε πανηγύρια και γλέντια, με κέντρο τη δημοτική ορχήστρα. Για τη Δυτ. Φθιώτιδα, η συμβολή με αρχειακό υλικό των Τάκη Ευθυμίου και Βασ. Κανέλλου ήταν σημαντική για το συγγραφέα.

   Η καταγραφή και παρουσίαση δεν περιορίζεται γεωγραφικά στη Λαμία. Πρώτα “κάνει μια βόλτα” σε άλλα μέρη, όπως ο Βόλος, με τους περίφημους Αφούς Μιλάνου και τη Δυτική Φθιώτιδα (με δημοτικούς οργανοπαίχτες) και μετά έρχεται στη Λαμία όπου απαριθμεί παρέες και μαγαζιά. Καταγράφει ακόμη και μικρά περιστατικά τιμώντας τις παρέες παραθέτοντας και ονόματα.

   Στις 282 σελίδες του βιβλίου έγινε καταγραφή όλων των χώρων διασκέδασης (καπηλειά, ταβέρνες, κέντρα) της Λαμίας. Εκτός αυτής, καταγράφηκαν ανάλογοι χώροι στην Αταλάντη, στα Καμένα Βούρλα, σε μέρη της Δυτικής Φθιώτιδας (Μακρακώμη, Σπερχειάδα) και Ανατολικής Φθιώτιδας (Στυλίδα). Στο τέλος, κατέγραψε τους Τεκέδες του Πειραιά και όσους παλιούς Τεκέδες έγιναν τραγούδια.

  Τούτο το βιβλίο, με τον ιδιόμορφο τίτλο “Ναι, είναι παυσίλυπα (Μαγιά και … Μαγεία)” είναι μια πολυεπίπεδη διαδρομή στο χώρο της παρεΐστικης διασκέδασης, με αναφορές στην ιστορία της λαϊκής μας μουσικής, των λαϊκών οργάνων, της αλληλεπίδρασης αυτών με τον ψυχισμό του ατόμου και την ωφελιμότητα της “παυσίλυπης” δράσης του οίνου και της μουσικής σε μικρές παρέες. Εκτιμώ ως πολύ σημαντική την αξία του βιβλίου αυτού, που ξεπέρασε το όνειρο του συγγραφέα ως παιδί, ώστε να αποδώσει τελικά έναν ικανό όγκο βιωματικού και βιβλιογραφικού υλικού, εμπλουτισμένου με μαρτυρίες από φίλους και γνωστούς.

  Το βιβλίο έχει καλαίσθητο εξώφυλλο, με έργο του ζωγράφου Κώστα Μίχου. Έχει διαστάσεις 16,5Χ24 και 282 σελίδες, είναι δε εμπλουτισμένο με φωτογραφικό υλικό. Το περιεχόμενο του βιβλίου, με υλικό καταγραφής των χώρων εστίασης, έχει βιβλιογραφική αξία, ακόμη δε και συλλεκτική.

   Μακάρι για όσους αγαπούν την παρεΐστικη μουσική και τον συνοδευτικό οίνο να έχουν την παυσίλυπη ωφέλεια, ως το τέλειο αντίδοτο στους μοναχικούς καιρούς της ηλεκτρονικής επικοινωνίας κι όχι παρέας. Έτσι η πρόταση του συγγραφέα από συμβολική γίνεται ουσιαστική και πρακτική. Μακάρι…

 

 

    

randomness