Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

  Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

353.000 νεκροί και μια μνήμη που δεν σβήνει!

Γράφει ο 
Γιώργος Καρανάσιος 
gkaranasios24@gmail.com 

 

 

Η 19η Μαΐου δεν είναι απλώς μια επέτειος. Είναι ημέρα πένθους, ιστορικής μνήμης και εθνικής συνείδησης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. 
Είναι η μέρα που συμβολίζει την πιο βίαιη φάση ενός οργανωμένου σχεδίου εξόντωσης, που στόχο είχε να εξαφανίσει έναν ελληνισμό αιώνων από τις πατρογονικές του εστίες στον Εύξεινο Πόντο.
Η ιστορία δεν ξεκίνησε το 1919. Το έγκλημα είχε ήδη προετοιμαστεί χρόνια πριν.    
Στα τέλη του 19ου αιώνα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν σε κρίση, όμως παρέμενε πολύτιμη για τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης. 
Τα στρατηγικά στενά του Βοσπόρου, οι εμπορικοί δρόμοι και κυρίως τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής έδιναν στην Υψηλή Πύλη τεράστια γεωπολιτική αξία. 
Οι δυτικές δυνάμεις μπορεί να μιλούσαν για ανθρωπισμό, αλλά τα οικονομικά τους συμφέροντα είχαν πάντοτε μεγαλύτερη σημασία.
Το είδαμε καθαρά στην περίπτωση των Αρμενίων.
Όταν ο Αβδούλ Χαμίτ Β΄ εξαπέλυσε τις σφαγές των Αρμενίων την περίοδο 1894-1896, η λεγόμενη «πολιτισμένη Ευρώπη» περιορίστηκε σε δηλώσεις συμπάθειας και καταγραφές φρικαλεοτήτων. 
Κανείς δεν θέλησε πραγματικά να συγκρουστεί με τον Σουλτάνο. 
Οι εμπορικές σχέσεις και οι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί άξιζαν περισσότερο από τις ζωές εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων.
Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον αναδύθηκε το κίνημα των Νεότουρκων το 1908. 
Στην αρχή παρουσιάστηκε ως κίνημα εκσυγχρονισμού και μεταρρύθμισης. 
Ακόμα και σημαντικό μέρος της ελληνικής και αρμενικής αστικής τάξης πίστεψε ότι μπορούσε να υπάρξει μια νέα εποχή ισονομίας μέσα στην αυτοκρατορία. 
Το Πατριαρχείο, Έλληνες βουλευτές και οικονομικοί παράγοντες στήριξαν πολιτικά τους Νεότουρκους, ελπίζοντας σε παραχωρήσεις και δικαιώματα που δεν ήρθαν ποτέ.
Πίσω από τα συνθήματα περί «εκσυγχρονισμού» κρυβόταν ένα σκληρό εθνικιστικό σχέδιο: η δημιουργία ενός καθαρά τουρκικού κράτους. Και σε αυτό το σχέδιο οι χριστιανικοί πληθυσμοί θεωρούνταν εμπόδιο.
Οι Έλληνες και οι Αρμένιοι κυριαρχούσαν οικονομικά σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας και του Πόντου. 
Στην Τραπεζούντα, ελληνικοί τραπεζικοί και εμπορικοί οίκοι έλεγχαν σχεδόν ολόκληρη την οικονομία του Ανατολικού Πόντου. 
Γερμανοί παρατηρητές της εποχής σημείωναν ότι το 90% του εμπορίου και της βιοτεχνίας βρισκόταν στα χέρια χριστιανών. 
Στη Δυτική Μικρά Ασία, πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, περισσότερα από τα τρία τέταρτα των εργοστασίων ανήκαν σε Έλληνες.
Αυτό ακριβώς έκανε τους Έλληνες και τους Αρμένιους στόχο. Δεν ήταν μόνο θρησκευτικό ή εθνοτικό μίσος. Ήταν και οικονομικός πόλεμος. 
Η άνοδος της Γερμανίας, ο «σιδηρόδρομος της Βαγδάτης» και η προσπάθεια γερμανικής διείσδυσης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία έφερναν τους χριστιανικούς πληθυσμούς απέναντι στα νέα συμφέροντα που διαμορφώνονταν στην περιοχή.
Η Γενοκτονία εξελίχθηκε σε τρεις φάσεις. 
Η πρώτη ξεκίνησε μετά το 1908, με διωγμούς, εκτοπίσεις και οικονομική εξόντωση. 
Η δεύτερη φάση άρχισε με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι εκτοπίσεις έγιναν μαζικές και οργανωμένες.    
Οι περιβόητες πορείες θανάτου, τα τάγματα εργασίας και οι βίαιες εκκενώσεις χωριών παρουσιάζονταν ως «στρατιωτική ανάγκη».
Στην πραγματικότητα ήταν μέθοδος εξόντωσης.
Η τρίτη και πιο αιματηρή φάση ξεκίνησε στις 19 Μαΐου 1919, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα. 
Επισήμως εμφανίστηκε ως ειρηνοποιός. 
Στην πράξη συμμάχησε με τις συμμορίες των Τσετών και με τον διαβόητο Τοπάλ Οσμάν για να ολοκληρώσει το σχέδιο αφανισμού του ποντιακού ελληνισμού. 
Το σύνθημα ήταν σαφές: «Η Τουρκία στους Τούρκους».
Ακολούθησε σφαγή χωρίς όρια. Χωριά καίγονταν, άνθρωποι εκτελούνταν, γυναίκες και παιδιά εξορίζονταν σε πορείες θανάτου. 
Μέχρι το 1924 περισσότεροι από 353.000 Έλληνες του Πόντου είχαν δολοφονηθεί. Ένας ολόκληρος πολιτισμός ξεριζώθηκε από τις πατρίδες του.
Μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Έλληνες και Αρμένιοι του Πόντου πίστεψαν ότι μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα αυτόνομο κράτος στην περιοχή. 
Οι επαφές με την κυβέρνηση Βενιζέλου ενίσχυσαν αυτή την ελπίδα.  
Όμως για το κεμαλικό κίνημα κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο. 
Η ύπαρξη ισχυρών χριστιανικών πληθυσμών θεωρήθηκε απειλή για το νέο τουρκικό εθνικό κράτος που σχεδίαζαν.
Και η Ευρώπη; 
Για ακόμη μία φορά παρακολουθούσε. Οι ίδιες δυνάμεις που μιλούσαν για ελευθερία και δικαιώματα, αποδέχθηκαν τελικά τη βίαιη «λύση» του προβλήματος. 
Η γενοκτονία των Ποντίων, όπως και των Αρμενίων, δεν έγινε στο σκοτάδι. Έγινε μπροστά στα μάτια του κόσμου.
Οι επιζώντες πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς. Περίπου 400.000 Πόντιοι κατέφυγαν στη νότια Ρωσία και κυρίως στην Ελλάδα. 
Μαζί με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας άλλαξαν οριστικά τη δημογραφική εικόνα της Μακεδονίας και της βόρειας Ελλάδας.  Έφεραν μαζί τους γλώσσα, μουσική, εργασία, επιχειρηματικότητα και έναν πολιτισμό βαθιά ελληνικό.
Όμως όταν έφτασαν στη «μητέρα πατρίδα», δεν βρήκαν μόνο αγκαλιές. Βρήκαν φτώχεια, καχυποψία, περιφρόνηση και πολλές φορές ανοιχτό ρατσισμό. Άνθρωποι που είχαν χάσει τα πάντα αντιμετωπίστηκαν σαν βάρος. 
Οι Μικρασιάτες αποκαλούνταν «τουρκόσποροι», ενώ οι Πόντιοι έγιναν στόχος χλευασμού μέσα από τα γνωστά «ποντιακά ανέκδοτα».
Η μαρτυρία των προσφύγων συγκλονίζει ακόμα και σήμερα. Καραντίνες στο Μακρονήσι, αντίσκηνα στα Λιπάσματα του Πειραιά, πείνα, αρρώστιες, θάνατοι.    
Άνθρωποι που γλίτωσαν από τη γενοκτονία έπρεπε να ξαναχτίσουν τη ζωή τους από το μηδέν μέσα σε μια κοινωνία που πολλές φορές δεν τους ήθελε.
Και όμως, αυτοί οι άνθρωποι κράτησαν όρθια την Ελλάδα. 
Δούλεψαν, δημιούργησαν, πολέμησαν για τη χώρα στους επόμενους πολέμους, άλλαξαν την οικονομία, τον πολιτισμό και την κοινωνία της Ελλάδας. 
Ο ποντιακός ελληνισμός δεν χάθηκε. Επιβίωσε. Γι’ αυτό και η 19η Μαΐου δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Είναι υπενθύμιση του πού μπορεί να οδηγήσει ο φανατισμός, ο εθνικισμός και η αδιαφορία των ισχυρών.
Είναι επίσης υπενθύμιση ότι οι πρόσφυγες δεν είναι αριθμοί. Είναι άνθρωποι που κάποτε είχαν σπίτια, πατρίδες και ζωές, μέχρι που η Ιστορία τούς ξερίζωσε μέσα σε μία νύχτα.
Η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε το 1994 ομόφωνα την 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. 
Όμως η πραγματική δικαίωση της μνήμης δεν βρίσκεται μόνο στις επετείους και στις ομιλίες. Βρίσκεται στη γνώση της Ιστορίας χωρίς ωραιοποιήσεις και χωρίς σιωπές.
Γιατί οι λαοί που ξεχνούν, κινδυνεύουν να ξαναζήσουν τα ίδια εγκλήματα. Και γιατί, όπως λέει ο στίχος της ποντιακής παράδοσης:
«Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο».
Ο Πόντος μπορεί να ξεριζώθηκε από τη γη του, αλλά δεν έσβησε ποτέ από τη μνήμη του Ελληνισμού.