Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

«Η κοινωνία της Μ. Ασίας υπό την τουρκική κατάκτηση»

Γράφει η Ευαγγελία Δημοπούλου
Ιστορικός - Αρχαιολόγος

 

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 ήταν το επιστέγασμα της κατάλυσης του Βυζαντινού κράτους. Βέβαια, η τουρκική κατάκτηση είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα με αποτέλεσμα το πάλαι ποτέ κραταιό Βυζαντινό κράτος να χάσει σχεδόν όλα τα εδάφη του στη Μ. Ασία.  Μεγάλο γεωγραφικό μέρος της Μικράς Ασίας βρισκόταν, είτε υπό τον άμεσο έλεγχο του Ικονίου των Σελτζούκων, ήδη επί δύο σχεδόν αιώνες, είτε υπό Οθωμανικό έλεγχο αργότερα, ενώ μεγάλο μέρος της χριστιανικής κοινωνίας είχε υποστεί τα αποτελέσματα του πολέμου, των εισβολών και της πολιτικής υποταγής.
Η εξέλιξη της αφομοίωσης εκφράστηκε αρχικά συμβολικά στα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα, με τις επιγαμίες μελών της ελληνοχριστιανικής αριστοκρατίας, με μέλη της βασιλικής οικογένειας των Σελτζούκων. Οι γνώσεις μας σχετικά με τους μικτούς γάμους μεταξύ Σελτζούκων σουλτάνων και χριστιανών γυναικών είναι ελλιπείς, αλλά είναι βέβαιο ότι αυτό το έκαναν ήδη, οι Οθωμανοί σουλτάνοι, οι εγκατεστημένοι στη Βιθυνία, καθώς και μέλη της δυναστείας των Καραμανίδων και των Ντουλγαντιρογουλλαρί, καθώς και των Τούρκων πριγκί­πων που είχαν στενές σχέσεις με το Ελληνικό κράτος της Τραπεζούντας.
Η Άννα Κομνηνή αναφέρεται στα παιδιά τέτοιων γάμων με το επίθετο “μιξοβάρβαροι“, ενώ τον 12ο αιώνα, ο Βαλσαμών, αναφέρεται στα περίεργα έθιμά τους. Όταν ο Έλληνας ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς, πέρασε από τη Βιθυνία, πη­γαίνοντας στη Νίκαια, κατά τα μέσα του 14ου αιώνα –μία γενιά δηλαδή μετά την κα­τάκτηση της Νίκαιας– παρατήρησε ότι τον πληθυσμό αποτελούσαν Έλληνες, μιξοβάρ­βαροι ( Ελληνότουρκοι ή τουρκόπουλοι όπως ο Κουτλουμούς που τον ΙΑ αιώνα ίδρυσε τη μονή Κουτλουμουσίου αγ. Όρους )  και Τούρκοι.
Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ότι μικτοί γάμοι, γίνονταν σε αρκετά μεγάλη κλίμακα, ήδη από τις αρχές της τουρκικής κατοχής της Μ. Ασίας και για αρκετούς αιώνες κατόπιν. Έτσι, οι μικτοί γάμοι μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών, σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στη συγχώνευση και την απορρόφηση του ελληνοχριστιανικού στοιχείου από τη μουσουλ­μανική κοινωνία, η οποία όμως γενεαλογικά, άρχισε σιγά-σιγά, να χάνει τα μογγολικά χαρακτηριστικά της προέλευσης των τουρκικών φυλών.
Έτσι, λοιπόν, οι χριστιανικές κοινότητες της Μ. Ασίας κατακτήθηκαν σταδιακά από τις δυνάμεις του Ισλάμ, ενώ τα διάφορα τουρκικά κράτη και η κοινωνία που αναπτύχθηκε στα εδάφη της Μ. Ασίας, ήταν απομιμήσεις των αντίστοιχων κρατών σε παλαιότερες κτήσεις που του Ισλάμ, ενώ διάφορες ιστορικές περιστάσεις και συγκυρίες, οδήγησαν στη συνεχή μετανάστευ­ση μουσουλμάνων θεολόγων και δερβίσηδων στη Μ. Ασία.


Οι σουλτάνοι απαλλοτρίωσαν την πλειονότητα των εδαφών, των εσόδων και των κτιρίων των χριστιανών, παραχωρώντας τα στους μωαμεθανούς κοσμικούς και θρη­σκευτικούς οπαδούς. Αποτέλεσμα ήταν, η εμφάνιση τζαμιών, θεολογικών σχολών, και παρόμοιων ευαγών ιδρυμάτων σε ολόκληρη τη Μ. Ασία, με τη πλειονότητα των  κτιρίων που ανήκαν προηγουμένως στην Ελληνική Εκκλησία να μετατρέπονταν σε ισλαμικά.
Τόσο τα ιδρύματα αυτά, που ήταν επανδρωμένα με ένθερμους ιεραποστόλους του Ισλάμ, όσο και η μου­σουλμανική κοινωνία –που θρησκευτικά ήταν ανέκαθεν επιθετικά διατεθειμένη– εύκολα αφομοίωσαν τους απογοητευμένους και εγκαταλελειμμένους από την κεντρική Βυζα­ντινή διοίκηση χριστιανούς.
Βέβαια, αυτό οδήγησε σε μια κοινωνική ζύμωση, αφού η επίσημη έκφραση της τουρκικής κοινωνίας ήταν μουσουλμανική, η λαϊκή της όμως μορφή, είχε έντονα βυζαντινά χαρακτηριστικά,  αφού οι ηττημένοι υπήκοοι των Τούρκων ήταν οι χριστιανοί Μικρασιάτες. Επίσης, η οικονομική ζωή των Σελτζούκων αρχικά και έπειτα των Οθωμανών καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από τους χριστιανούς αγρότες και αστούς.
Η βυζαντινή επίδραση ήταν ιδιαίτερα έντονη στην αγροτική ζωή, αλλά και στις πόλεις που είχαν τις δικές τους παραδό­σεις των τεχνών και του εμπορίου. Στις αστικές όμως αυτές παραδόσεις σημειώθηκε σημαντική επιμιξία με μουσουλμανικά αστικά στοιχεία, όπως αυτά είχαν διαμορφω­θεί από τους σοφούς Αββασίδες, τη δυναστεία της Βαγδάτης.
Η επιβίωση της οικονομικής ζωής του Βυζαντίου, είχε επίσης σημαντικές επιπτώσεις στη διαμόρφωση του τουρκικού φορολογικού συστήματος και της διοίκησης και τελικά, η πλατιά αυτή απορρόφηση και η μερική επιβίωση των χριστιανικών πληθυ­σμών, άφησε έντονα τα ίχνη της, τόσο στην οικογενειακή ζωή, όσο και στη λαϊκή θρη­σκευτικότητα των Τούρκων.
Όπως ήταν φυσικό οι απαιτήσεις των τουρκικών πολιτικών, οικονομικών, φεουδαλικών και θρησκευ­τικών θεσμών κατέστρεψαν την οικονομική, πολιτική και κοινωνική βάση του βυζαντι­νού κόσμου στην Μικρά Ασία και μετέπειτα στα Βαλκάνια, έτσι ώστε ο πολιτισμός αυτός περιορίστηκε σχεδόν αποκλειστικά σε λαϊκό πολιτισμό.
Όμως, χάριν στην επιβίωση της έστω και εξασθενημένης Εκκλησίας και την άνοδο της τάξης των Φαναριωτών, δημιουργήθηκε κάποια αναλαμπή του παλαιού βυζαντινού κόσμου, σε περιορισμένη όμως κλίμακα και περισσότερο στα Βαλκάνια παρά την Μικρά Ασία, ωστόσο, η πιο ουσιαστική προσφορά της Εκκλησίας ήταν το ότι λειτούρ­γησε τελικά παρά τις ενστάσεις της ως στήριγμα του χριστιανικού λαϊκού πολιτισμού.


Βιβλιογραφία
•    Βασίλιεφ, Α. Α. Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Τόμος Β΄. Μετάφραση Δημοσθένη Σαβράμη. Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος. Αθήνα 1971
•    Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τόμος Θ’, σελ. 42-49. Η Μικρά Ασία από το 1071 ως το 1204. Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα 1972
•    Παπαρρηγόπουλος, Κ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
•    Σκαλιέρη, Γ. Κ. Λαοί και φυλαί της Μικράς Ασίας : Μετά πινάκων και χαρτών, Αθήνα, 1922, ανατύπωση, Αθήνα, Ρήσος, 1991
•    Χαριτωνίδης, Χ. «Παρατηρήσεις κριτικαὶ καὶ γραμματικαὶ εἰς Ἄνναν Κομνηνήν», Πραγματεῖαι τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν 15 (1951)