Το Μουντιάλ, οι Κερκίδες και ο Καθρέφτης μας
Γράφει ο
Γιώργος Καρανάσιος
gkaranasios24@gmail.com
Πριν από λίγες δεκαετίες, οι άνθρωποι έλεγαν ότι το ποδόσφαιρο είναι το πιο σημαντικό από τα ασήμαντα πράγματα της ζωής. Σήμερα δεν είμαι βέβαιος ότι παραμένει τόσο ασήμαντο. Όχι επειδή απέκτησε μεγαλύτερη αξία, αλλά επειδή απέκτησε μεγαλύτερη δύναμη.
Η μπάλα εξακολουθεί να κυλά στο χορτάρι. Γύρω της όμως περιστρέφονται δισεκατομμύρια ευρώ, πολιτικά συμφέροντα, κυβερνήσεις, πολυεθνικές, στρατοί οπαδών και μηχανισμοί επιρροής που θα ζήλευαν ακόμη και σοβαροί πολιτικοί οργανισμοί.
Κάποτε το ποδόσφαιρο ήταν ένα παιχνίδι. Σήμερα είναι μια βιομηχανία που πουλά συγκίνηση, ταυτότητα και ψευδαισθήσεις. Εδώ βρίσκεται και η επιτυχία του.
Κατάφερε να πείσει δισεκατομμύρια ανθρώπους ότι η νίκη μιας ομάδας είναι προσωπική τους νίκη και η ήττα είναι προσωπική τους ταπείνωση.
Ένας άνθρωπος μπορεί να αδιαφορεί για τη διαφθορά, για την κοινωνική αδικία, για την κατάσταση των νοσοκομείων ή των σχολείων.
Έχω συναντήσει ανθρώπους να αδιαφορούν ακόμη και για σοβαρά θέματα, αν όμως η ομάδα του χάσει ένα ντέρμπι, είναι έτοιμοι να συζητούν επί εβδομάδες, να τσακώνονται, να βρίζουν και να αισθάνεται προδομένοι.
Αυτό δεν είναι αθλητισμός. Είναι κοινωνικό φαινόμενο. Και πολλές φορές κοινωνική παθολογία.
Οι απολογητές του αθλητισμού μας υπενθυμίζουν συχνά ότι το ποδόσφαιρο ενώνει τους λαούς. Έχουν δίκιο. Μερικές φορές το κάνει.
Άλλες φορές όμως τους χωρίζει.
Το Μουντιάλ, αυτή η μεγαλύτερη γιορτή του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, δεν υπήρξε ποτέ μόνο ποδόσφαιρο. Ήταν πάντοτε ένα παράθυρο προς τον πραγματικό κόσμο.
Στα γήπεδά του παρήλασαν δικτατορίες, εθνικισμοί, γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις, προπαγάνδες και κάθε λογής εξουσίες που ανακάλυψαν πόσο χρήσιμη μπορεί να γίνει μια μπάλα όταν κυλά μπροστά σε δισεκατομμύρια μάτια.
Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Οι διοργανώσεις παρουσιάζονται ως παγκόσμιες γιορτές της ανθρωπότητας, αλλά την ίδια στιγμή αθλητές δυσκολεύονται να πάρουν βίζα, φίλαθλοι αποκλείονται, χώρες αντιμετωπίζονται διαφορετικά από άλλες και πολιτικές αποφάσεις εισβάλλουν από την πίσω πόρτα σε χώρους που υποτίθεται ότι είναι ουδέτεροι.
Η αλήθεια είναι ότι
το ποδόσφαιρο δεν βρίσκεται έξω από την κοινωνία. Είναι η κοινωνία.
Μ' όλες τις αρετές και όλες τις ασχήμιες της.
Και αν αυτό συμβαίνει σε παγκόσμιο επίπεδο, στην Ελλάδα συχνά παίρνει σχεδόν κωμικές διαστάσεις.
Παρακολουθούμε παράγοντες να συμπεριφέρονται ηγεμονικά, οπαδοί να λειτουργούν ως οργανωμένοι στρατοί και πολιτικοί να κινούνται γύρω τους με προσοχή, όχι λόγω της επιφυλακτικότητας, αλλά γιατί βλέπουν χρήσιμα εκλογικά ακροατήρια, δηλαδή δεξαμενές ψήφων - «χρήσιμων πελατών».
Το πιο εντυπωσιακό δεν είναι η ύπαρξη αυτής της κατάστασης. Είναι ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας θεωρεί φυσιολογική αυτή την κατάντια.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιοι παράγοντες φωνάζουν, προκαλούν ή συμπεριφέρονται ως ηγεμόνες της χώρας.
Είναι ότι πάντα βρίσκονται δίπλα τους χιλιάδες πρόθυμοι να τους χειροκροτήσουν και να κάνουν τις εντολές τους πράξη.
Ο φανατικός ήταν και είναι σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Μεγαλύτερο θέμα είναι η κοινωνική ανοχή σ' αυτόν τον φανατισμό.
Γιατί κάθε φορά που η χυδαιότητα βαφτίζεται «πάθος», η αλαζονεία «προσωπικότητα» και η οπαδική τύφλωση «πίστη», κάτι βαθύτερο αποκαλύπτεται για την κοινωνία που τα ανέχεται.
Τα παιδιά δεν ακούν αυτά μόνο που λέμε. Βλέπουν ταυτόχρονα και αυτά που θαυμάζουμε.
Όταν οι κερκίδες μετατρέπονται σε σχολείο φανατισμού, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει όσα συμβαίνουν έξω από τα γήπεδα.
Άλλωστε, μια μπάλα δεν δημιουργεί ούτε βία, ούτε μίσος. Απλώς όταν γίνεται «παιχνίδι» τα φωτίζει.
Γι' αυτό το ποδόσφαιρο παραμένει ο πιο ειλικρινής καθρέφτης των κοινωνιών.
Δεν δείχνει μόνο ποιος κέρδισε. Δείχνει ποιοι είμαστε.



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

