«Η μαχη της Υπατης» (ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ)

Γράφει η Ευαγγελία Δημοπούλου, Ιστορικός - Αρχαιολόγος
Οι οπλαρχηγοί Πανουργίας, Διάκος και Δυοβουνιώτης ήταν καθηλωμένοι στις Κομποτάδες με τα στρατεύματά τους, περιμένοντας την απόφαση του Μήτσου Κοντογιάννη, ενώ παράλληλα τα στρατεύματα των Οθωμανών πλησίαζαν στην περιοχή.
Ενώ του είχαν αποστείλει δυο προσκλήσεις, εκείνος αρνιόταν να τους συναντήσει έχοντας αρκετές επιφυλάξεις, φοβούμενος, μήπως η επανάσταση δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα για την περιοχή και οι προσπάθειες των επαναστατών είναι άκαρπες.
Σε μια προσπάθεια να μεταπείσουν τον Κοντογιάννη, στέλνουν τον Γεώργιο Δεσποτόπουλο και τους Καλύβα και Μπακογιάννη, οι οποίοι ήταν αξιωματικοί του Διάκου να τον συναντήσουν, χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα και αυτό είχε ως συνέπεια το ελληνικό στράτευμα να μένει, άπραγο στις Κομποτάδες για οκτώ μέρες.
Έτσι, οι τρείς οπλαρχηγοί πιεζόμενοι από την επικείμενη άφιξη του Οθωμανικού στρατού, αποφασίζουν να επιτεθούν στο κραταιό κάστρο του Πατρατζικίου (Υπάτη), χωρίς την αρωγή του Κοντογιάννη, ενώ παράλληλα έστειλαν τον Κομνά Τράκα στη θέση Δερβέν - Φούρκα . Ο Κοντογιάννης υπό το βάρος αυτής της απόφασης αλλά και την πίεση των έμπιστων οπλαρχηγών του, συμφωνεί εν τέλει να μετάσχει στην επίθεση που αρχίζει στις 18 Απριλίου.
Οι περίπου 800 Τουρκαλβανοί φρουροί του Πατρατζικίου, οι οποίοι ήταν καλά οπλισμένοι, δεν αιφνιδιάστηκαν. Έχοντας πληροφορηθεί τις επαναστατικές ενέργειες των Ελλήνων στις γειτονικές, επαρχίες άρχισαν να προετοιμάζονται για μια επικείμενη επίθεση. Έτσι, οχύρωσαν τα ισχυρότερα σπίτια (μουσουλμανικά και χριστιανικά) και τα δημόσια κτήρια επίσης, δημιουργήσαν και οδοφράγματα, ενώ τέλος οχύρωσαν και την συνοικία Μεσαλά, εκτός της πόλης.
Οι τρείς οπλαρχηγοί-Διάκος, Πανουργιάς, Δυοβουνιώτης- εφορμούν από τα ανατολικά της πόλης με 2.000 άνδρες, καταδιώκοντας πρώτα τους κατοίκους των Βογόμιλων (Αργυροχώρι) πυρπολώντας τα σπίτια, ενώ οι κάτοικοι του χωριού κατέφυγαν στην πόλη.
Ο Κοντογιάννης και οι ακόλουθοί του επιτίθονται από τα δυτικά, εφόρμησαν από τη Μονή του Αγάθωνος, περνώντας τον ποταμό Ξηρία και άρχισαν την επίθεση από τη συνοικία Μεσαλά, δηλαδή από τα περίχωρα της πόλης.
Η ελληνική επίθεση ήταν εξαιρετικά σφοδρή με τις ελληνικές δυνάμεις μπήκαν στο Πατρατζίκι καίγοντας την πόλη και κυνηγώντας τους Οθωμανούς, οι οποίοι οπισθοχώρησαν και περιορίστηκαν σε τέσσερα σπίτια, καθώς και στο τέμενος και στο ωρολογιοστάσιο. Οι προσπάθειες τους για την άμυνα της πόλης ήταν ατελέσφορες και γι’ αυτό τελικά συνθηκολόγησαν.
Με το πέρας των διαπραγματεύσεων, συμφωνήθηκε η παράδοση της πόλης από τον πασά Τέλεχα Φέζο και την ασφαλή αναχώρηση των Τούρκων για τη Λαμία, την επόμενη μέρα, παραδίδοντας παράλληλα τον οπλισμό τους.
Τα σχέδια αυτά όμως ανετράπησαν όταν το βράδυ της 18ης Απριλίου 1821 προς την 19ηΑπριλίου, το εκστρατευτικό σώμα των Οθωμανών είχε φτάσει στην περιοχή και είχε στρατοπεδεύσει στο Λιανοκλάδι, περιοχή πολύ κοντά στην Υπάτη, αφού πρώτα είχαν διαλύσει εύκολα το σώμα του Κομνά Τράκα στο χωριό Δερβέν – Φούρκα.
Οι Έλληνες οπλαρχηγοί θέλοντας να αποφύγουν να περικυκλωθούν από τα εχθρικά στρατεύματα αποφάσισαν να επιστρέψουν στις Κομποτάδες, ενώ ο Μήτσος Κοντογιάννης επέστρεψε στο ορμητήριο στη Μονή Αγάθωνος, αφήνοντας την πόλη μισοκαμένη όπως αναφέρει ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων.
Οι απώλειες για το ελληνικό στρατόπεδο ήταν πολύ λίγες, αφού σκοτώθηκαν μόλις έξι αγωνιστές, ενώ μόνο πέντε τραυματίστηκαν. Ανάμεσα στους τραυματίες ήταν και ο Γιάννης Ρούκης, καπετάνιος της Αρτοτίνας, ο οποίος θα καταφύγει στο μοναστήρι της Δαμάστας για περίθαλψη και θα διακριθεί και σε άλλες μάχες του αγώνα.
Η κατάληψη της πόλης της Υπάτης απέτυχε, με άμεσο αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί και η προσπάθεια κατάληψης του έτερου κραταιού κάστρου της Φθιώτιδας, η Λαμία (Ζητούνι).
Σαφώς, η αποτυχία στην κατάληψης της Υπάτης, έπειτα και από τη νικηφόρα προσπάθεια των ελληνικών δυνάμεων, κλόνισαν το ηθικό των αγωνιστών και ανέκοψε την αρχική ορμητική πορεία των επιχειρήσεων.
Παρ’ όλο που οι εξελίξεις των γεγονότων βραχυπρόθεσμα δεν ήταν ευοίωνες για τις μελλοντικές επιχειρήσεων, μακροπρόθεσμα η πολεμική δραστηριότητα στην περιοχή της Φθιώτιδας και εν γένει της Στερεάς Ελλάδας απεκόμισε οφέλη για το νεοσύστο κράτος. Οι αλλεπάλληλες μάχες στην περιοχή, ανεξαρτήτου έκβασης, συνυπολογίστηκαν για τη χάραξη των πρώτων συνόρων.



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

