Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

ΚΟΥΡΝΟΒΟ Η επιβεβαίωση της απομυθοποίησης

Χιλιάδες σελίδες έχουν γραφτεί για το «θρυλικό» σαμποτάζ του Κούρνοβου και πολλοί επίδοξοι ιστορικοί συγγραφείς έχουν εξαντλήσει τις μυθοπλαστικές τους δυνατότητες για να το περιγράψουν.
Είναι γνωστό ότι το σαμποτάζ οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε από το Αρχηγείο του ΕΛΑΣ Δομοκού, στις 2 Ιουνίου 1943, χωρίς την συμμετοχή των Άγγλων (πρόσφεραν μόνο τα εκρηκτικά) και χωρίς την συνδρομή αντιστασιακών από άλλες οργανώσεις.
Ήταν λοιπόν επόμενο η επιτυχής έκβαση του επεισοδίου να μονοπωληθεί από τον ΕΛΑΣ, το ΕΑΜ και το Κ.Κ.Ε. και να περιγραφεί κατά το δοκούν χωρίς να υπάρχει δυνατότητα σοβαρής κριτικής ή διαφορετικής περιγραφής από άλλους.
Σε όλα σχεδόν τα βιβλία που έχουν αναφερθεί στο σαμποτάζ, ακόμα και εκείνα των θεωρούμενων ως σοβαρών συγγραφέων, όπως ο Κέδρος, ο Χατζής, ο Ζαούσης, ο Αρσενίου, ο Γεωργίου, ο Καρκάνης κ.α. διακρίνεται εμφανέστατα ένα περίσσευμα κομπορρημοσύνης και αμετροέπειας και ένα μεγάλο έλλειμα αντικειμενικότητας και αμεροληψίας.
Είναι χαρακτηριστικά τα όσα έχει γράψει για το σαμποτάζ ο Καπετάν Λάμπρος (κατά κόσμον Σπύρος Μπέκιος) στις είκοσι περίπου σελίδες του βιβλίου του «Σελίδες από την Εθνική Αντίσταση» που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1976, από τις Εκδόσεις «Βελούχι».
Μόνο που στο βιβλίο του, ο ίδιος που ήταν και ένας από τους πρωταγωνιστές του εγχειρήματος είχε «ξεχάσει» να γράψει ότι, μαζί με τους «πάνω από 600» Ιταλούς, κάηκαν ζωντανοί και 50 Έλληνες πατριώτες.
Και αυτό που «ξέχασε» ο Μπέκιος, όλως περιέργως, το «ξεχνούσαν» σχεδόν όλοι όσοι έγραφαν βιβλία για την Εθνική Αντίσταση και αναφέρονταν στο Κούρνοβο.
Τους αρκούσε η περιποίηση της δέουσας τιμής στους 106 Έλληνες πατριώτες, που σκότωσαν οι Ιταλοί, ως αντίποινα, κοντά στον τόπο του σαμποτάζ, στις 6 Ιουνίου 1943.    Το θέμα της ηθελημένης και πεισματικής αγνόησης των αδικοχαμένων, στο σαμποτάζ, 50 ελληνικών θυμάτων, αναδείχτηκε το 2008, όταν κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις “IRON” το βιβλίο του υπογράφοντος «Μπράλος - το σιδηροδρομικό  πέρασμα», στο οποίο καταχωρίστηκε πίνακας με όλα τα ονοματεπώνυμα, τα πατρώνυμα και τον τόπο καταγωγής τους.
Η δημοσιοποίηση του πίνακα δεν συγκίνησε κανέναν και το ίδιο συνέβη όταν εκδόθηκε, μετά κόπων και βασάνων, το Νοέμβριο του 2017, το βιβλίο του ίδιου συγγραφέα, με τίτλο «Κούρνοβο - Η απομυθοποίηση ενός σαμποτάζ».
Το βιβλίο τόλμησαν να το εκδώσουν οι «Συλλογές» του ανέκαθεν αντισυμβατικού και ριζοσπάστη εκδότη Αργύρη Βουρνά, αφού πρώτα το πρωτόλειό του «μελετήθηκε» από πολλούς εκδότες οι οποίοι το βρήκαν μεν ενδιαφέρον αλλά δεν θέλησαν να το εκδώσουν.
Το βιβλίο παρουσιάστηκε στο Πνευματικό Κέντρο Αγίου Στεφάνου Αττικής, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λαμιέων και στην Αίθουσα της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών στην Αθήνα. Την τελευταία εκδήλωση τίμησε με την παρουσία του ο αείμνηστος ποιητής και συγγραφέας Μάνος Ελευθερίου.
Η απήχηση του βιβλίου στο αναγνωστικό κοινό υπήρξε μεγάλη και οι κριτικές που εισέπραξε ήταν πολλές και θετικές.
Οι μόνοι που ενοχλήθηκαν και εκδήλωσαν την δυσαρέσκειά τους στον εκδότη Αργύρη Βουρνά ήταν μερικοί αριστερόστροφοι φανατικοί που πάσχουν από έντονο κομματικό παρωπιδισμό και αθεράπευτο ιδεολογικό στραβισμό.
Αφορμή, για να γραφτεί το παρόν κείμενο, υπήρξε η δημοσίευση στο έγκριτο περιοδικό «Σιδηροτροχιά» (τεύχος 55 - Ιούνιος 2020), που εκδίδεται από τον Σύλλογο Φίλων Σιδηροδρόμου, ενός σπουδαίου άρθρου του Δρ. Ιστορικού κ. Στέλιου Περικλή Καράβη, με τίτλο «Θέσεις και αντιθέσεις στο ελληνικό σιδηροδρομικό δίκτυο κατά την διάρκεια της Ιταλικής Κατοχής (1941 - 1943)».
Στο άρθρο αυτό αναφέρονται αποσπάσματα από αναφορές και το ημερολόγιο του Ιταλού Συνταγματάρχη Μηχανικού Umberto Morena, ο οποίος κατά το διάστημα της Κατοχής (1941 - 1943) ήταν Διοικητής της «Ιταλικής Στρατιωτικής Διεύθυνσης Σιδηροδρόμων και Ορυχείων».
Ο ίδιος, μετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών, τον Σεπτέμβριο του 1943, απέστειλε στο Ιταλικό Υπουργείο Στρατιωτικών στη Ρώμη και το στρατιωτικό του ημερολόγιο των μηνών Μαΐου και Ιουνίου 1943. Εκεί που έκτοτε φυλάσσονται όλα τα σχετικά αρχεία.
Από τα στοιχεία λοιπόν του Ιταλού Συνταγματάρχη προκύπτουν οι ακόλουθες διαπιστώσεις, οι οποίες αφορούν στο σαμποτάζ του Κούρνοβου και προφανώς δεν επιδέχονται καμιά παρερμηνεία και καμιά αμφισβήτηση.
Η αμαξοστοιχία ήταν ανερχόμενη, ιταλική, αμιγώς επιβατική και είχε αριθμό 176887.
Είχε είκοσι (20) συνολικά βαγόνια, από τα οποία δέκα οκτώ (18) ήταν ιταλικά, ένα (1) ήταν ελληνικό και ένα (1) γερμανικό.
Από την έκρηξη αποκόπηκαν και βγήκαν από την φλεγόμενη γαλαρία η ατμομηχανή, επτά (7) ιταλικά βαγόνια και ένα (1) ελληνικό.
Καταστράφηκαν μέσα στη γαλαρία έντεκα (11) ιταλικά βαγόνια και ένα (1) γερμανικό.
Στην αμαξοστοιχία επέβαιναν συνολικά τριακόσιοι επτά (307) επιβάτες, από τους οποίους, διακόσιοι πενήντα ένας (251) ήταν Ιταλοί στρατιωτικοί, τέσσερις (4) ιταλικής καταγωγής μη στρατιωτικοί και πενήντα δύο (52) Έλληνες (όμηροι, κρατούμενοι των Ιταλών).
Διασώθηκαν και απομακρύνθηκαν αβλαβείς εξήντα πέντε (65) συνολικά, από τους οποίους οι δέκα επτά (17) ήταν Ιταλοί αξιωματικοί.
Τραυματίστηκαν συνολικά εξήντα τρεις (63), από τους οποίους εξήντα (60) ήταν Ιταλοί στρατιώτες, οι δύο (2) ήταν φρουροί και ο ένας (1) ήταν ελεγκτής.
Έχασαν τη ζωή τους συνολικά εκατόν εβδομήντα εννιά (179), από τους οποίους, εκατόν δέκα τρεις (113) ήταν Ιταλοί στρατιώτες, επτά (7) ήταν φρουροί, τέσσερεις (4) Ιταλοί μη στρατιωτικοί, τρεις (3) ταχυδρόμοι, και οι υπόλοιποι πενήντα δύο (52) ήταν οι Έλληνες κρατούμενοι.
Οι σιδηροτροχιές καταστράφηκαν σε μήκος 125 m.
Η συγκοινωνία αποκαταστάθηκε το πρωί της 4ης Ιουνίου 1943.
Η σήραγγα ήταν αφύλαχτη με ευθύνη των Γερμανών, οι οποίοι όφειλαν να είχαν αντικαταστήσει τους 85 Ιταλούς φρουρούς, αφότου ανέλαβαν την διοίκηση των σιδηροδρόμων.
Η μόνη απορία που καταλείπεται από την παράθεση των στοιχείων είναι ο αριθμός των ελληνικών θυμάτων που υπολογίζονται σε πενήντα δύο (52), ενώ στον πίνακα που δημοσιεύτηκε στις κυβερνητικές εφημερίδες στις 6 Ιουνίου 1943 καταγράφονται πενήντα (50) με όλα τους τα στοιχεία και τον τόπο καταγωγής τους.
Όλα τα υπόλοιπα κονιορτοποιούν τις διθυραμβικές θριαμβολογίες πολλών μυθιστοριογράφων της Εθνικής Αντίστασης και αποκαθηλώνουν το σημασιολογικό μέγεθος του σαμποτάζ, από επικών διαστάσεων γεγονός, σε επεισόδιο χωρίς ουδεμιά στρατηγική αξία.
Και μάλιστα ζημιογόνο για την ελληνική πλευρά, αφού έναντι εκατόν είκοσι επτά (127) συνολικά Ιταλών νεκρών τα ελληνικά θύματα ανήλθαν σε εκατόν εβδομήντα ένα (171), από τα οποία, πενήντα (50) που σκοτώθηκαν στο σαμποτάζ, εκατόν έξι (106) που εκτελέστηκαν από τους Ιταλούς ως αντίποινα και δεκαπέντε (15) που σκοτώθηκαν στο συλλαλητήριο της 25ης Ιουνίου 1943.
Όλα λοιπόν τα στοιχεία επιβεβαιώνουν απολύτως την απομυθοποίηση του σαμποτάζ του Κούρνοβου και ακυρώνουν όλα τα φανταχτερά στολίδια και τα απύθμενα τερατολογήματα με τα οποία το εξωράϊσαν και το φκιασίδωσαν οι περισσότεροι από τους συγγραφείς της Εθνικής Αντίστασης, άλλοι ονομαστοί και άλλοι εκ του προχείρου.
Και δυστυχώς όλα αυτά τα μυθιστορηματικά αφηγήματα αποτελούν πηγές για τους σύγχρονους και επιγενόμενους ιστορικούς ερευνητές που κινδυνεύουν να αναπαράγουν πολλά από τα «ημαρτημένα» τα οποία βρίσκονται άφθονα στην βιβλιογραφία.
Το ευτύχημα είναι ότι αρκετοί νέοι ιστορικοί ερευνητές και συγγραφείς, όπως ο Ιάσωνας Χανδρινός, ο Στέλιος Περικλής Καράβης, η Βασιλική Λάζου και ασφαλώς πολλοί ακόμα που δεν γνωρίζουμε, προκειμένου να καταλήξουν σε μια στέρεη και σοβαρή άποψη και να την δημοσιεύσουν, ψάχνουν εξαντλητικά τα φανερά και τα κρυφά κρατικά αρχεία, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην αλλοδαπή, αναζητούν μαρτυρίες, διασταυρώνουν πληροφορίες και επιλέγουν ως πηγές τεκμήρια και ντοκουμέντα απαλλαγμένα από πολιτικές, ιδεολογικές και κομματικές δουλείες.

Μάρτιος 2021
Νίκος Κ. Τσίτσας

    

randomness