Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

  Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

Οι Συμπράξεις Δημοσίου- Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) ως αναπτυξιακό εργαλείο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Είναι γεγονός ότι στο πλαίσιο της νέας αρχιτεκτονικής για την Αυτοδιοίκηση με βάση το Νόμο του “Καλλικράτη”, αποδίδεται στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) ιδιαίτερος ρόλος, με την μεταβίβαση σε αυτούς πλήθους  αρμοδιοτήτων σε νέους τομείς. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, με τις ιδιαιτερότητες της και τα προβλήματά της, καλείται να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις σε ένα σαφώς περιορισμένο δημοσιονομικό πλαίσιο. να χρησιμοποιήσει τους λιγοστούς οικονομικούς της πόρους  πιο αποτελεσματικά,  να υιοθετήσει μια πιο επιχειρηματική προσέγγιση στην καθημερινή της πρακτική, να αποκτήσει επιχειρηματικό πνεύμα περισσότερο προσανατολισμένο στην αγορά, να αναπτύξει πρότυπα, να αξιοποιήσει προκλήσεις και ευκαιρίες, να ασκήσει συγκεκριμένες πολιτικές ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας, αξιοποιώντας εναλλακτικούς τρόπους χρηματοδότησης και χρηματοδοτικά εργαλεία.
Η αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων χρηματοδότησης των αναπτυξιακών τους προγραμμάτων αποτελεί ή θα έπρεπε να αποτελεί πρωταρχικό στόχο για τους ΟΤΑ. Οι ΣΔΙΤ φαίνεται να κερδίζουν έδαφος ως ένας τέτοιος εναλλακτικός τρόπος χρηματοδότησης έργων και υπηρεσιών, με πρώτη απόπειρα το πενταετές αναπτυξιακό πρόγραμμα ‘’Θησέας’’, την πρώτη σημαντική προσπάθεια για την αξιοποίηση των ΣΔΙΤ από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, το οποίο φιλοδοξούσε να δημιουργήσει μια νέα κουλτούρα στην αξιοποίηση και διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων των δήμων.
Αν και υπήρξε πολύ έντονο ενδιαφέρον για τη χρησιμοποίηση των ΣΔΙΤ από  τους ΟΤΑ ως τρόπου υλοποίησης έργων υποδομής  αλλά και παροχής  υπηρεσιών στους πολίτες (υποβλήθηκαν αρχικά 311 προτάσεις, εγκρίθηκε το 50% αυτών), ωστόσο κανένα από τα εγκεκριμένα έργα δεν προχώρησε σε υπογραφή σύμβασης. Διάφορες υποθέσεις και λόγοι μπορούν να αναζητηθούν για την κατάσταση που εν τέλει δημιουργήθηκε. Αρκετά από τα έργα που προτάθηκαν δεν αποτέλεσαν μέρος ενός αναπτυξιακού σχεδιασμού της περιοχής, προτάθηκαν δηλαδή χωρίς την απαραίτητη τεκμηρίωση, «σε πολλές περιπτώσεις κάτω από την πίεση της πολιτικής συγκυρίας και την προτροπή ανεπαρκών συμβούλων». Επιπλέον, εκτός από το μεγάλο βαθμό ανωριμότητας που παρουσίαζαν, ένας άλλος προφανής αρνητικός παράγοντας είναι ο υψηλός πολιτικός κίνδυνος που ενσωματώνεται στις ΣΔΙΤ, ιδιαίτερα σε έργα στον τομέα του περιβάλλοντος, ειδικά όταν δεν έχουν ακολουθηθεί ανοιχτές διαδικασίες.  Η αρνητική γενικά στάση  των πολιτών απέναντι σε οτιδήποτε είναι ιδιωτικό και η εντύπωση ότι η συνεργασία με τον Ιδιωτικό τομέα συνεπάγεται νόθευση του δημοσίου χαρακτήρα των δημοτικών υπηρεσιών αλλά και πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση τους επηρεάζει ανασταλτικά τους ΟΤΑ να προχωρήσουν στην υλοποίηση προγραμμάτων τους μέσω Συμπράξεων.
Μειωμένο επίσης υπήρξε και το ενδιαφέρον του ιδιωτικού τομέα λόγω του μικρού κατά κανόνα μεγέθους των έργων ως προς το τεχνικό και οικονομικό τους αντικείμενο και συνεπώς χαμηλού κέρδους αλλά αυξημένων κινδύνων. Περαιτέρω, η παθογένεια του συστήματος διοίκησης με την έλλειψη προσωπικού, ειδικότερα εξειδικευμένου προσωπικού στους ΟΤΑ, αλλά και η έλλειψη τεχνογνωσίας και πόρων δεν επέτρεψαν να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα οδηγούσαν στην εφαρμογή των ΣΔΙΤ σε έργα τα οποία εντάσσονται σε ένα αρκετά ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων και θα οδηγούσαν τους ΟΤΑ στην υλοποίηση έργων ή υπηρεσιών για τα οποία λόγω και των δημοσιονομικών περιορισμών δεν ήταν δυνατόν να υλοποιηθούν από τους διατιθέμενους πόρους.
Όμως αυτό που παρατηρείται σήμερα, είναι ότι έχει μεταβληθεί η ωριμότητα στην προσέγγιση των ΣΔΙΤ από τους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δημιουργώντας  νέα δεδομένα ως προς την αξιοποίηση τους, ιδιαίτερα μάλιστα στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι νέες προκλήσεις -στενότητα δημοσιονομικών πόρων, αυξανόμενος ανταγωνισμός και γενικότερα των νέων κοινονικοοικονομικών συνθηκών- και τις οποίες η Τοπική Αυτοδιοίκηση καλείται να αντιμετωπίσει, ξεπερνώντας τον παραδοσιακό της ρόλο και  διεκδικώντας ενεργό ρόλο στην τοπική ανάπτυξη. Άλλωστε, οι ίδιοι οι ΟΤΑ γνωρίζουν τις ανάγκες των περιοχών τους, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και οι ίδιοι θα πρέπει να σχεδιάσουν την ανάπτυξή τους, σε συνεργασία με την τοπική κοινωνία, η αποδοχή της  οποίας για έργα ΣΔΙΤ είναι καίριας σημασίας προκειμένου να ξεπεραστούν και τα οποιαδήποτε φοβικά σύνδρομα. Στη βάση αυτή, πρωταρχικό ζήτημα αναδεικνύεται η κατάρτιση ενός ευρύτερου αναπτυξιακού προγραμματισμού και σχεδιασμού των δήμων, μέσω του οποίου θα αναδειχθούν οι αναπτυξιακές δυνατότητες κάθε δήμου, θα καταγραφούν τα αναπτυξιακά, ανταποδοτικά έργα τοπικού χαρακτήρα, οι ανεκμετάλλευτες  δημόσιες υποδομές, σε ένα πλαίσιο ολοκληρωμένο, σε ένα πλαίσιο δηλ. που θα αντιμετωπίζει την αποσπασματικότητα των προτεινόμενων έργων, θα ενισχύει  την τοπική οικονομία και θα συμβάλλει στην τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη. Στην περίπτωση δε που πρόκειται για μικρούς δήμους ή το μέγεθος των έργων δεν είναι τέτοιο που να επιτρέπει την εκδήλωση ενδιαφέροντος του ιδιωτικού τομέα, θα αποτελούσε λύση η ομαδοποίηση παρόμοιων έργων σε ένα δήμο ή σε γειτονικούς δήμους, ώστε να δημιουργηθεί η κρίσιμη μάζα που θα οδηγήσει σε οικονομίες κλίμακας.
Στο ερώτημα επομένως αν οι ΣΔΙΤ μπορούν να αποτελέσουν αναπτυξιακό εργαλείο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, χωρίς αυτές να αποτελούν  πανάκεια, δύναται πράγματι να αποτελέσουν αναπτυξιακό εργαλείο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που θα τους επιτρέψει να υλοποιήσουν τον αναπτυξιακό τους σχεδιασμό, συνδυάζοντας τα πλεονεκτήματα του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, ένα εργαλείο μέσα από το οποίο θα κινητοποιηθούν οι φορείς του δημοσίου και ιδιαίτερα της τοπικής αυτοδιοίκησης να σκεφτούν και να υλοποιήσουν δράσεις που μέχρι σήμερα λόγω ελλείψεως τεχνογνωσίας και πόρων δεν μπορούσαν να υλοποιήσουν. Άλλωστε η κατάθεση πληθώρας προτάσεων στο πρόγραμμα Θησέας, στην πρωτοβουλία JESSICA, οι συζητήσεις που γίνονται για την αξιοποίηση της δημοτικής περιουσίας καθώς και οι διαγωνισμοί των με αναθέτουσες αρχές δήμων σε ανταποδοτικά έργα (π.χ. Δήμος Νάουσας) επιβεβαιώνουν την παραπάνω άποψη και αποδεικνύουν ότι κάτι αρχίζει να αλλάζει.
Όμως οι ΣΔΙΤ μπορούν να χρησιμοποιηθούν όχι μόνο ως μέσο για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών περιορισμών- με μείωση τόσο των εθνικών αλλά και των κοινοτικών πόρων για την προγραμματική περίοδο 2014-2020- αλλά και της αλλαγής της νοοτροπίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του ιδιωτικού τομέα για την υλοποίηση έργων αναπτυξιακού χαρακτήρα. Αποτελούν έτσι σημαντική ευκαιρία να δείξουν ότι υπάρχουν και άλλοι δρόμοι για τους ΟΤΑ και να αρχίσει έτσι να λειτουργεί το αίσθημα απεξάρτησης από την κρατική χρηματοδότηση.  Είναι ενθαρρυντικό ότι την περίοδο αυτή τρέχουν έργα με αναθέτουσες αρχές πρωτοβάθμιους ΟΤΑ, κυρίως στον τομέα της διαχείρισης απορριμμάτων, αλλά και στην αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας (Δήμος Νάουσας) με την υλοποίηση αναπτυξιακών έργων ανταποδοτικού χαρακτήρα, όπως αναφέρθηκε. Αποτελούν συνεπώς μια μεγάλη πρόκληση για τους ΟΤΑ ώστε να επιτελέσουν τον αναπτυξιακό τους ρόλο, μια πραγματικότητα που καλούνται να αντιμετωπίσουν στα πλαίσια τόσο των ιδιαίτερων απαιτήσεων των ΣΔΙΤ, όσο και των ιδιαίτερων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι ίδιοι οι ΟΤΑ.

Ελισάβετ Πρέζα
Περιφερειολόγος –Οικονομολόγος
Μsc ‘’Πολεοδομία- Χωροταξία-Περιφερειακή Ανάπτυξη’’