ΤΟΥΡΚΟΙ 'H ΠΕΡΣΕΣ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ;
ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Πολιτικές και Νομικές επιστήμες
Οι Τούρκοι είναι φυλή που αποτελεί κλάδο μεγάλης ουραλαλταϊκής οικογένειας που κατοίκησε από αρχαιοτάτων χρόνων σε περιοχές που εκτείνονται από τα Ουράλια όρη μέχρι τα Αλταϊκά όρη αλλά και στο εσωτερικό της Ασίας μέχρι την Μαντζουρία, τα τούρκικα αυτά φύλα έζησαν επί πολλούς αιώνες σε νομαδική κατάσταση χωρίς να προαχθούν σε πολιτισμό. Πολύ αργότερα μετανάστευσαν προς δυσμάς ορισμένα από τα οποία εγκαταστάθηκαν σε χώρες ανατολικά της Περσίας. Εκεί συνέχισαν τη νομαδική ζωή, κυρίως εντός της ‘’Γης των Στεππών’’, η οποία χωρίζει το Σινικό από το Περσικό κράτος. Το κυριότερο επάγγελμα αυτών ήταν ο πόλεμος από τον οποίο εξοικονομούσαν τα προς το ζην είτε ως επιδρομείς είτε ως μισθοφόροι. Μέρος δε των Τουρκικών αυτών φυλών εγκατεστάθη το Ι’ αιώνα στις πεδιάδες της Σογδιανής (σημερινής Βουχάρας) βασιλιάς της οποίας ήταν ο Οξυάρτης, την κόρη του οποίου ενυμφεύθη ο Μέγας Αλέξανδρος. Τα Τουρκικά αυτά φύλα είχαν έλθει σε εμπορική επικοινωνία μετά των Περσών. Οι χρονογράφοι παραδέχονται ότι η φυλή αυτή από την οποία κατάγονται οι σημερινοί Τούρκοι είχε εγκατασταθεί τον Ι’ αιώνα εις τη πεδιάδα Μαχάν εις το Κορεσάν, την ανευρίσκομεν δε στις αρχές του ΙΓ’ αιώνα υπό τον αρχηγόν Σουλεϊμανσάχ εις την υπηρεσίαν του Μωάμεθ Γ’ Χοτβεδδίν ηγεμόνος του Χοβαρεσιακού κράτους εντός της Περσίας. Αλλά την εποχή εκείνη η επιδρομή του αρχηγού των Μογγόλων Τεμουτζίν τζιγκισχάν και οι υπ αυτού του Χοβαρεσιακού κράτους ανάγκασαν τον Σουλεϊμανσάχ με 52000 άτομα της φυλής του να μεταναστεύσει προς δυσμάς κοντά στις όχθες του Ευφράτου όπου δεν έμειναν για πολύ γιατί ο μεν Σουλεϊμανσάχ περνώντας τον Ευφράτη επνίγη. Από τους υιούς του, οι δύο πρώτοι με τον μεγαλύτερο πληθυσμό τους, κατά μία μεν εκδοχή επέτρεψαν εις το Κορασάν, κατ’ άλλην δε εγκαταστάθησαν κοντά στα Άδανα, ο νεότερος δε απ’ τα αδέλφια, ο Ερτογρούλ, επικεφαλής 400 οικογενειών, κατέφυγαν και εζήτησαν άσυλον εις τον σουλτάνον Αλλαεδίν Α’ του Ικονίου περί το 1230. Ο Ερτογρούλ για τις υπηρεσίες που προσέφερε εις τον σουλτάνον του Ικονίου Αλλαεδίν Β’ έλαβεν από αυτόν μικρή έκταση περί το Εσκή Σεχήρ όπου και εγκατεστάθη μετά της φυλής του. Από τις ολιγάριθμες εκείνες υπό τον Ερτογρούλ οικογένειες φέρονται καταγόμενοι οι σημερινοί Τούρκοι
Ιστορικώς το τουρκικό κράτος ιδρύθει κατά τον ΙΓ’ αιώνα από την ολιγάριθμο φυλή των ογούζων Τούρκων των εγκατασθέντων υπό του Ερτογρούλ εις την βορειοδυτικήν Φρυγίαν. Η ιστορική αυτή καταγραφή μπορεί να αμφισβητηθεί για δύο λόγους. Πρώτον ότι δεν είναι δυνατόν ένας λαός εκατομμυρίων να προέκυψε, εντός ολίγων ετών, από 400 μόνον οικογένειες όσον αφορά το τουρκικό μόνο στοιχείο του σημερινού πληθυσμού. Γιατί υπάρχουν άλλες 11 μειονότητες που απαρτίζουν την σύνθεση του τουρκικού κράτους ήτοι: Έλληνες (1.2000.000 περίπου) που τουρκοποιήθηκαν γλωσσικώς, θρησκευτικώς κλπ, Άραβες, Αλβανοί, Βούλγαροι, Σέρβοι, Αρμένιοι, Κούρδοι, Πέρσες, Εβραίοι, Κιρκάσιοι. Από την αρχή της εγκατάστασής του στην Μ. Ασία και συγκεκριμένα, το 1288 ο υιός του Ερτογρούλ, ο Οσμάν, άρχισε να επεκτείνει τις κτήσεις του πατρός του επιτιθέμενος εναντίον των παραμεθόριων φρουρίων του Βυζαντινού κράτους. Κυρίευσε το φρούριον των Μελαγγείων (Καρατζά Χισάρ) που ανήκε στους Έλληνες. Αργότερα κατέλαβε το Βηλόκωμα (Βιλετζίκ), Αγγελόκωμα (Ινεγιόλ) και το Γιάρ Χισάρ. Έτσι την εποχή εκείνη κατελύθη οριστικά το Σελτζουκικό κράτος και ο Οσμάν κατέστη κυρίαρχος της χώρας. Προχώρησε στα ενδότερα της Βιθυνίας, κατέλαβε το Κιοπρού Χισάρ και άλλα μέρη γύρω από την Νίκαια και την Προύσα την οποία κατέλαβε ο Ορχάν, υιός του Οσμάν, το 1326 και κατέστησε αυτήν πρωτεύουσα. Ο Ορχάν δύναται να θεωρηθεί ως θεμελιωτής του τουρκικού κράτους. Ίδρυσε δε τα γνωστά σώματα των Γενίτσαρων και επέβαλε τον εξισλαμισμόν στις χώρες που κατέκτησε. Πέτυχε δε ώστε φυλές των περιοχών αυτών που διέφεραν στην καταγωγή, στην γλώσσα, στα ήθη και έθιμα, να συμπτυχθούν γύρω απ’ το νέο κράτος, με μόνο συνεκτικό δεσμό την θρησκεία. Ενίκησε σε μάχη κοντά στη Χρυσούπολη τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρόνικο τον Γ’. Κατέλαβε την Νικομήδεια και πολιόρκησε την Νίκαια. Στην συνέχεια επεκτάθηκαν προς τη δυτική Μικρά Ασία και κατέλαβον την Πέργαμον. Ακολούθως επεχείρησαν δύο επιδρομές προς την Ευρώπη το 1337 και 1340. Ο Ορχάν αφού αναδιοργάνωσε το κράτος του, επεκτείνει τις κτήσεις του και στην Ευρώπη αφού κατέλαβε από το 1355 την Καλλίπολη και άλλα φρούρια στη Θράκη και Μακεδονία.
Ο διαδεχθείς τον Ορχάν Μουράτ ο Α’ (1359) κατέλαβε το Διδυμότειχο και μετά την Αδριανούπολη το 1361. Από εκεί επεχείρησε διάφορες επιδρομές βορειοδυτικά και κατέστησε φόρου υποτελείς τους ηγεμόνες της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Αφού ενίκησε έπειτα τον ηγεμόνα της Καραμανίας στην Μ. Ασία, κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος του κράτους αυτού. Μετά κατευθύνθηκε προς την Σερβία και νίκησε σε μάχη τον βασιλιά Λαζάρου στο Κοσσυφοπέδιο. Μετά την νίκη αυτή ο διαδεχθείς του Μουράτ, Βαγιαζήτ ο Α’, κατέλαβε ολόκληρη την Βαλκανική. Στην συνέχεια ενίκησε τους ηγεμόνες της κεντρικής Ευρώπης και απείλησε με πολιορκία την Κωνσταντινούπολη, η οποία θα έπιπτε εάν δεν εμφανιζόταν ο αρχηγός των Μογγόλων Ταμερλάνος με 800.000 στρατό για να απειλήσει τις κτήσεις του Βαγιαζήτ. Μετά τον θάνατο του Βαγιαζήτ ο νεότερος από τους γιούς του, ο Μωάμεθ Α’, κατόρθωσε να επιτύχει την ανόρθωση του κράτους του. Μετά τον θάνατο του Μωάμεθ του Α’ ο Μουράτ ο Β’ κατέλαβε την Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα 1430 και επεξέτεινε τις κτήσεις του μέχρι Πελοπόννησο αφού κατέλαβε την Κόρινθο και την Πάτρα. Διεξήγαγε και άλλες νικηφόρες μάχες στη Βάρνα και Κοσσυφοπέδιο και επιδιώκοντας την κατάκτηση της Αλβανίας επεχείρησε μακρά εκστρατεία που διήρκεσε από το 1434 μέχρι το 1450 αλλά αντιμετώπισε σκληρή αντίσταση των Αλβανών υπό την αρχηγίαν του ελληνικής καταγωγής Γεωργίου Καστριώτη, επικληθέντα Σκεντέρμπεη, και τελικά ηττήθη και πέθανε. Ο υιός και διάδοχός του Μωάμεθ Β’ μελέτησε καλά την πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως και διέγνωσε ότι θα ήταν πιο ασφαλής στις περαιτέρω κτήσεις του εάν κατείχε το κλειδί των δύο θαλασσών της Ανατολής και την γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Μετά από προετοιμασία 2 ετών ο Μωάμεθ Β’ πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη με μεγάλες δυνάμεις από ξηράς και θαλάσσης και πέτυχε μετά δίμηνο πολιορκία την άλωση αυτής την 29 Μαΐου 1453 και κατέλυσε έτσι την Ελληνική Αυτοκρατορία που διήρκεσε πάνω από 1000 χρόνια. Ο Μωάμεθ μετά την πτώση της Πόλης κατέστησε την Σερβία τουρκική επαρχία και σταδιακά ολόκληρα τα Βαλκάνια, το Βυζάντιο, την Πελοπόννησο το 1460. Διέλυσε την αυτοκρατορία της Τραπεζούντος το 1461, κατέλαβε την Βοσνία, τη Βλαχία το 1462, προσήρτησε την Καραμανία στο Κράτος του και ανάγκασε τον χάνον των Τατάρων της Κριμαίας να αναγνωρίσει την κυριαρχίαν του το 1475. Επί των διαδόχων αυτού Βαγιαζήτ Β’ και Σελήμ Α’ η ΄΄Τουρκία΄΄ μεγάλωσε σε έκταση περισσότερο. Ο Σελήμ αφού κατέλαβε το θρόνο, μετέτρεψε σε τουρκικές επαρχίες την Συρίαν, την Παλαιστίνην, την Αίγυπτο το 1517, κατέλαβε την Μέκκαν και κατέκτησε το Αλγέριο. Μετά τις νίκες του αυτές εναντίον των Αράβων υποχρέωσε αυτούς να του εκχωρήσουν τα δικαιώματα του χαλίφου το 1518. Από της εποχής εκείνης η πνευματική και κοσμική εξουσία συγκεντρώθηκαν στο ίδιο πρόσωπο και ο Σουλτάνος των Τούρκων απέβη συγχρόνως και χαλίφης των απανταχού μουσουλμάνων. Επί βασιλείας του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς η κυριαρχία της Τουρκίας εξαπλώθηκε επί των τριών ηπείρων. Έτσι η Τουρκία έγινε ο πλανητάρχης της εποχής εκείνης. Γεννάται όμως το εύλογο ερώτημα: πως είναι δυνατόν μία μικρή μειονότητα 400 οικογενειών υπό τον Ερτογρούλ εγκατασταθείσα το 1230 εις το Ικόνιο της Μ. Ασίας να αυξήθηκε πληθυσμιακά τόσο ώστε σε δύο αιώνες περίπου από το 1230 έως το 1453 να απέκτησε τόσο στρατό ώστε να κατακτήσει τις 3 ηπείρους του πλανήτη και να κυριαρχήσει ως πολυπληθείς λαός επί αρκετούς αιώνες; Ούτε μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι οι ολίγοι υπό τον Ερτογρούλ ενισχύθηκαν σταδιακά από νέες ροές προερχόμενες από την ΄΄Γη των Στεππών΄΄, Τούρκων στην καταγωγή. Η τουρκική αυτή φυλή έζησε υπό την μορφήν νομάδων, ολιγάριθμων ομάδων που περιοριζόταν η ζωή τους στις ερήμους και σε στέππες μεταξύ Περσικού και Σινικού κράτους χωρίς να έχουν την δυνατότητα στρατιωτικώς να επεκταθούν εντός της Περσίας και άλλων όμορων χωρών. Οπότε αποκλείεται να εισέβαλε την εποχή εκείνη στην Μ. Ασία στρατός τουρκικής φυλής. Άλλος λαός εξ ανατολών επεκτατικός, φύσει φιλοπόλεμος και αποικιοκρατικός επέδραμε κατά της Μ. Ασίας και κατ’ επέκταση της Ευρώπης. Λαός προερχόμενος από ισχυρή στρατιωτικά και πληθυσμιακά χώρα. Ποιος ήταν; Νιάου νιάου στα κεραμίδια. Ποιος άλλος από τους Πέρσες; Η άποψη αυτή ενισχύεται και από άλλα στοιχεία, σπουδαιότερο των οποίων είναι η γλώσσα: ο λαός της Τουρκίας μιλάει Περσικά. Βέβαια στην γλώσσα αυτή περιέχονται και λέξεις από τις γλώσσες των άλλων 11 εθνοτήτων με τις οποίες συνυπάρχουν, αλλά κυριαρχεί το περσικό γλωσσικό στοιχείο μαζί με το τουρκικό της τουρκικής μειονότητας.
Δεν είναι δυνατόν ένας λαός να έχει δική του γλώσσα και να μιλάει ξένη γλώσσα. Άλλο στοιχείο που μαρτυρεί την φυλετική καταγωγή των φερομένων ως Τούρκων είναι το χρώμα του δέρματός τους. Έχουν το ίδιο χρώμα με τους Πέρσες, το μελαχρινό, ενώ οι γνήσιοι Τούρκοι είναι ξανθοί προερχόμενοι από βόρειες χώρες των Ουραλίων και Αλταϊκών Ορέων. Και όσοι Τούρκοι είναι λευκού χρώματος είναι ελληνικής προέλευσης, σερβικής, βουλγαρικής κλπ. Άλλο επιχείρημα που μπορεί να επικαλεσθεί κανείς είναι ότι συγχέουν το εθνικό φρόνημα με το θρησκευτικό. Δεν μπορεί να θεωρηθεί κανείς Τούρκος εάν δεν είναι συγχρόνως και μουσουλμάνος όπως συμβαίνει και στην Περσία πχ. Ο πολιτικός ηγέτης είναι και θρησκευτικός με αυστηρή θεοκρατία. Με λίγα λόγια, οι εμφανιζόμενοι ως Τούρκοι είναι Πέρσες που στο παρελθόν το όραμά τους και οι επιδιώξεις τους ήταν η υποδούλωση της Ευρώπης. Απεκρούσθησαν δε με τις μάχες του Μαραθώνος, των Θερμοπυλών, των Πλαταιών και την ναυμαχία της Σαλαμίνος και τα σχέδιά τους ματαιώθηκαν με την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.Το όνειρό τους όμως παρέμεινε ζωντανό. Με την παρακμή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία κι επέδραμον κατά της Μικράς Ασίας και με απανωτές πολεμικές νίκες κατέκτησαν ολόκληρη την Ευρώπη και άλλες χώρες, εκτός των περί την Βιέννη ολίγων χωρών από το 1230 έως το 1520. Έτσι πραγματοποιήθηκε το όνειρο των Περσών να κυριαρχήσουν επί της Ευρώπης, πολλών χωρών της Ασίας και της Βόρειας Αφρικής από το 1453 έως το 1830 περίπου. Τελικά τι ζήσαμε επί 400 χρόνια, ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ή ΠΕΡΣΟΚΡΑΤΙΑ; Χρειάζεται αναψηλάφηση της Ιστορίας



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

