Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

  Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

«Αναβολή ψήφισης του τουρκικού νομοσχεδίου για τη “Γαλάζια Πατρίδα”: Στρατηγικός ελιγμός ή αλλαγή στρατηγικής;»

         Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος

konmpalo@gmail.com

Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

 

 

Η αναβολή της ψήφισης του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα» από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση για τον προσεχή Οκτώβριο, προσφέρεται αφενός για μια στρατηγική αποτίμηση της τουρκικής απόφασης και αφετέρου, για μια ψύχραιμη ανασκόπηση του τρόπου με τον οποίο διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος για τα εθνικά θέματα στην Ελλάδα.

Η συγκεκριμένη απόφαση, παρά τις εξηγήσεις που δόθηκαν στο εσωτερικό της Τουρκίας (όπως η διακοπή των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης τους θερινούς μήνες), δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το ευρύτερο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων και των περιφερειακών ισορροπιών ισχύος.

Συγκεκριμένα, η τουρκική αναθεωρητική στρατηγική στην Ανατολική Μεσόγειο συνδυάζει θεσμικές πρωτοβουλίες, διπλωματικές κινήσεις και επιδείξεις ισχύος, οι οποίες προσαρμόζονται στις εκάστοτε συνθήκες και δεν ακολουθούν γραμμική εξέλιξη.

Υπό αυτό το πρίσμα, η αναβολή της ψήφισης δεν μπορεί να ερμηνευθεί αυτομάτως ως μεταβολή στρατηγικής κατεύθυνσης. Ενδεχομένως να εντάσσεται σε έναν τακτικό ελιγμό που αφορά τον χρόνο και τον τρόπο προώθησης του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», ενώ πέραν των επίσημων εξηγήσεων υπάρχουν και πρόσθετοι παράγοντες που πιθανόν συνέβαλαν στην απόφαση.

Συγκεκριμένα, η προσεχής Σύνοδος του ΝΑΤΟ που θα πραγματοποιηθεί στις 7 και 8 Ιουλίου στην Άγκυρα προφανώς έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη συγκεκριμένη απόφαση.

Η Σύνοδος προσφέρει στον Πρόεδρο Ερντογάν την ευκαιρία να ενισχύσει την επιρροή του εντός της Συμμαχίας και να αναδείξει τον γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας σε συνθήκες διεθνούς ρευστότητας. Ενόψει αυτής, η ανάδειξη της αναθεωρητικής της πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο θα μπορούσε να προκαλέσει τριβές με συμμάχους, πλήττοντας την εικόνα «υπεύθυνης περιφερειακής δύναμης» και αποδυναμώνοντας τη διαπραγματευτική της θέση.

Σε συνέχεια της ανωτέρω συλλογιστικής, η Τουρκία επέλεξε στη δεδομένη συγκυρία να μην υπονομεύσει την σχέση της με την Ελλάδα, αλλά να διατηρήσει ζωντανό τον δίαυλο των ελληνοτουρκικών συνομιλιών στο πλαίσιο της Διακήρυξης των Αθηνών.

Παράλληλα, η αναβολή της ψήφισης του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα» αποκλιμακώνει την ένταση μεταξύ των δύο χωρών και επιτρέπει στην Τουρκία να εμφανίζεται ως διαλλακτικός και υπεύθυνος εταίρος που επενδύει στον διάλογο για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Εξίσου σημαντικό ρόλο πρέπει να έπαιξε και η επιλογή της Άγκυρας να αποφύγει ένα νέο κύκλο έντασης με την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία επιχειρεί να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους πολιτικής και οικονομικής συνεργασίας με τις Βρυξέλλες.

Υπό αυτό το πρίσμα, η αναβολή του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα» περιορίζει ενδεχόμενες εστίες έντασης με την Ε.Ε. και πιθανές κυρώσεις, επιτρέποντας στην Άγκυρα να διατηρεί ευνοϊκότερες συνθήκες διαλόγου με τους Ευρωπαίους εταίρους της.

Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται και από τη στάση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο με ευρεία πλειοψηφία υιοθέτησε ιδιαίτερα επικριτική έκθεση για την Τουρκία, καταδικάζοντας μεταξύ άλλων το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», τις παραβιάσεις κυριαρχίας κρατών-μελών και τη διατήρηση του casus belli κατά της Ελλάδας.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι συνεχιζόμενες επαφές της Τουρκίας με ευρωπαϊκές χώρες στον τομέα της αμυντικής συνεργασίας.

Η Τουρκία έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον συμμετοχής στον ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό μηχανισμό SAFE και διερευνά συνεργασίες με ευρωπαϊκούς εταίρους για την ενίσχυση της αεράμυνάς της.

Υπό αυτό το πρίσμα, η διατήρηση ομαλών σχέσεων με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξυπηρετεί την αμυντική της στρατηγική και καθιστά λιγότερο πιθανές ενέργειες που θα την υπονόμευαν.

Παράλληλα, δεν θα πρέπει να υποτιμάται η αμερικανική διάσταση του ζητήματος. Οι σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από μια εύθραυστη ισορροπία συνεργασίας και ανταγωνισμού.

Η τουρκική ηγεσία αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην άρση των αμερικανικών κυρώσεων για την υλοποίηση κρίσιμων εξοπλιστικών προγραμμάτων που έχουν παγώσει, καθώς και στη διατήρηση λειτουργικών σχέσεων με την Ουάσιγκτον.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ψήφιση ενός νομοσχεδίου που θα κατοχύρωνε θεσμικά το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» ενδεχομένως να αναζωπύρωνε αντιδράσεις σε κύκλους του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, γεγονός που θα υπονόμευε τις τουρκικές επιδιώξεις.

Επιπλέον, σημαντικό ρόλο στην αναβολή ψήφισης του εν λόγω νομοσχεδίου πρέπει να έπαιξαν και οι ευρύτερες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.

Συγκεκριμένα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα εμφανίζεται ως περιφερειακή δύναμη διαμεσολάβησης και σταθεροποίησης, η πρόκληση ενός ακόμη μετώπου έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο δεν φαίνεται να εξυπηρετεί τους άμεσους στρατηγικούς της σχεδιασμούς.

Τέλος, δεν πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός, ότι οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας.

Συγκεκριμένα, η τουρκική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις, ενώ η κυβέρνηση Ερντογάν βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενη πολιτική φθορά και έντονη κριτική από την αντιπολίτευση, μεταξύ άλλων και για τις σχέσεις με την Ελλάδα και την ελληνική αμυντική ενίσχυση.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα ελληνοτουρκικά ζητήματα και οι διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο αξιοποιούνται κατά καιρούς για την εσωτερική πολιτική συσπείρωση.

Υπό αυτή την οπτική, είναι πιθανό η τουρκική ηγεσία να εκτιμά ότι η πολιτική και επικοινωνιακή αξιοποίηση της θεσμικής θωράκισης της «Γαλάζιας Πατρίδας» θα μπορούσε να αποδειχθεί περισσότερο επωφελής σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν οι εσωτερικές ή οι περιφερειακές συνθήκες θα καθιστούν την ανάδειξή του πολιτικά πιο χρήσιμη.

Αξιολογώντας τους ανωτέρω παράγοντες, η αναβολή της ψήφισης του νομοσχεδίου δεν πρέπει να εκληφθεί ως μεταβολή των πάγιων στρατηγικών επιδιώξεων της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντιθέτως, είναι πιθανότερο να συνιστά έναν τακτικό ελιγμό προσαρμογής στις τρέχουσες γεωπολιτικές, οικονομικές και διπλωματικές προτεραιότητες της Άγκυρας.

Υπό αυτό το πρίσμα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν το νομοσχέδιο θα ψηφιστεί τον Οκτώβριο ή σε μεταγενέστερο χρόνο.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η αναβολή εντάσσεται σε έναν ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό, στο πλαίσιο του οποίου το συγκεκριμένο νομοθέτημα λειτουργεί ως διαπραγματευτικό και πολιτικό εργαλείο, η χρησιμότητα του οποίου θα επανεκτιμηθεί ανάλογα με τις εξελίξεις στο περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον.

Στην περίπτωση αυτή, η αξία του δεν βρίσκεται στη θεσμική του κατοχύρωση, αλλά στη δυνατότητα αξιοποίησής του ως εργαλείου πολιτικής και διπλωματικής πίεσης για την ικανοποίηση ευρύτερων στρατηγικών στόχων της Τουρκίας.

Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική πλευρά, διότι η συζήτηση που αναπτύχθηκε στη χώρα μας γύρω από το συγκεκριμένο νομοσχέδιο ανέδειξε, για μία ακόμη φορά, ορισμένες διαχρονικές αδυναμίες και στρεβλώσεις σε σχέση με τον τρόπο που διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος για τα εθνικά θέματα.

Συγκεκριμένα, το τελευταίο διάστημα καλλιεργήθηκε έντονο κλίμα ανησυχίας, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις μετατράπηκε σε ρητορική κινδυνολογίας από πολιτικούς κύκλους, αναλυτές και δημοσιολογούντες που εμφανίζονται ως ειδικοί στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Στο πλαίσιο αυτό, διατυπώθηκαν σενάρια άμεσης κλιμάκωσης, προβλέψεις περί «θερμού επεισοδίου» και εκτιμήσεις για επικείμενη γεωπολιτική υποβάθμιση της χώρας ή αποτυχία της ελληνικής στρατηγικής.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η στρατηγική συζήτηση απομακρύνεται από την ψύχραιμη αποτίμηση και μετατρέπεται σε πεδίο επικοινωνιακής αντιπαράθεσης, όπου οι επιλογές εξωτερικής πολιτικής αξιολογούνται περισσότερο με όρους εντυπώσεων παρά ουσίας.

Έτσι, η δημόσια συζήτηση παύει να λειτουργεί ως εργαλείο ενημέρωσης και τείνει, άθελά της ή μη, να ενισχύει αφηγήματα που εξυπηρετούν την τουρκική στρατηγική.

Συγκεκριμένα, όταν κάθε τουρκική εξαγγελία, πρόθεση ή κίνηση προκαλεί κύματα ανησυχίας, σενάρια επικείμενης κρίσης και αμφισβήτηση της ελληνικής στρατηγικής, τότε η Άγκυρα αποκτά σημαντικό πλεονέκτημα στο πεδίο της επικοινωνίας και της διαμόρφωσης αντιλήψεων, επιβάλλοντας το δικό της αφήγημα στο δημόσιο διάλογο.

Παράλληλα, επιτυγχάνει ένα σημαντικό μέρος των επιδιώξεών της χωρίς να χρειάζεται να μεταβάλει τους συσχετισμούς ισχύος επί του πεδίου.

Υπό αυτή την έννοια, η ανάλυση των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι σύνθετη και απαιτεί σαφή διάκριση ανάμεσα σε στρατηγικές εξελίξεις και επικοινωνιακές εντάσεις, καθώς και αποφυγή ερμηνειών που βασίζονται σε συγκυριακές εντυπώσεις και όχι σε γεωπολιτικά δεδομένα.

Το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν συνδέεται με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο ούτε εξαρτάται από την ψήφισή του. Πρόκειται για στρατηγικό αφήγημα που έχει διαμορφωθεί εδώ και χρόνια και έχει ήδη αποτυπωθεί στην τουρκική εξωτερική πολιτική μέσω διπλωματικών πρωτοβουλιών, στρατιωτικών ενεργειών και πολιτικών επιλογών.

Κατά συνέπεια, η ψήφιση ή η αναβολή ενός νομοσχεδίου δεν μεταβάλλει αυτομάτως ούτε τις πάγιες επιδιώξεις της Τουρκίας ούτε τα θεμελιώδη δεδομένα ασφαλείας της περιοχής.

Εν κατακλείδι, η εθνική στρατηγική δεν μπορεί να διαμορφώνεται υπό την πίεση υπερβολών, επικοινωνιακών εξάρσεων  και κλίματος κινδυνολογίας.

Αντιθέτως, η ψυχραιμία, η γνώση και η ικανότητα στρατηγικής ανάλυσης αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την ορθή αξιολόγηση των στρατηγικών επιδιώξεων και των τακτικών κινήσεων του αντιπάλου.

Διότι τελικά, η πραγματική ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται με συγκυριακές ρητορικές εξάρσεις και επικοινωνιακές υπερβολές, αλλά από την ικανότητά του να κατανοεί την πραγματικότητα με νηφαλιότητα και να τη διαχειρίζεται με στρατηγική αυτοπεποίθηση.

Άλλωστε, η αναβολή ενός νομοσχεδίου δεν αλλάζει τη στρατηγική της Τουρκίας.

Εκείνο που μπορεί να αλλάξει είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ελλάδα επιλέγει να την αναλύει και να την αντιμετωπίζει.

 

 

 

 

 

\

 

Ενημερωτικά δελτία

Ενημερωθείτε άμεσα από την εφημερίδα μας για τις τελευταίες ειδήσεις μέσα από την ηλεκτρονική σας διεύθυνση.

Μηνιαίο αρχείο ειδήσεων

randomness