Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

  Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΞΕΝΩΝ ΠΕΡΙΗΓΗΤΩΝ

Γράφει ο
Νίκος Ταξ. & Γεωργ. Δαβανέλλος

 

 

H EΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΜΕΣΑ ΑΠΌ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΞΕΝΩΝ ΠΕΡΙΗΓΗΤΩΝ

Deschamps

Oι Έλληνες  γνωρίζουν καλά την τέχνη της ζωής.

 

…Πρέπει να βιαστεί κανείς για να απολαύσει αυτή την ασύγκριτη στιγμή. Η ιερά οδός της Ελευσίνας είναι αρωματισμένη με λεβάντα και κοκκινοβαμμένη από ανεμώνες και σμήνη από μέλισσες τριγύρω τους, η Ακρόπολη είναι ολάνθιστη από ασφοδελούς, θυμάρι, φασκομηλιές.    Είναι η στιγμή για να αφεθείς στην ευχαρίστηση, μέσα στην ικανοποίηση των πάντων. Και αρκούν τόσο λίγα για να ικανοποιηθεί ένα  Π α λ ι κ ά ρ ι! Ο κύριος Ρενάν απαθανάτισε, μέσα σε μερικές ευαίσθητες σελίδες, την ευτυχισμένη φιλοσοφία αυτής της φυλής, τη χαρά των απλών απολαύσεών της, την εύκολα εύθυμη διάθεσή της. Είναι εύκολο να διαπιστώνει κανείς καθημερινά την ακρίβεια αυτής της προσωπογραφίας. Τα ξεφαντώματα των εργατών μας, τα γλέντια τους τις μέρες πληρωμής δεν γίνονται χωρίς ταραχή και χωρίς κάποια συνειδητή προσπάθεια. Οι περισσότεροι ξένοι που εγκαθίστανται στην Αθήνα δεν ξέρουν πώς να περάσουν τις βραδιές τους :πραγματικά, ο σαματάς των καφωδείων, ο συνωστισμός των δημοσίων χωρών, τα τραγουδάκια των κέντρων και των καζίνων λείπουν σχεδόν εντελώς από την πόλη αυτή, όπου ζουν παρ’ όλα αυτά εργάτες, στρατιώτες, φοιτητές. Είναι επειδή οι Έλληνες δεν έχουν καθόλου ανάγκη από τέτοια εξαρτήματα: κατέχουν τη μεγάλη τέχνη να κάνουν κέφι με το τίποτα. Έχουν ένα τρόπο να διασκεδάζουν, πολύ ήρεμο και πολύ ζωντανό μαζί , που πάντα εκπλήσσει τον ταξιδιώτη. Σπάνια χάνουν τη νηφάλια συνείδηση των πράξεών τους, την αυτοκυριαρχία και την ψυχραιμία τους. Έχουν ταυτόχρονα πολύ κέφι και πολύ φλέγμα. Δεν φαντάζεται κανείς πόσο ειρηνικές μοιάζουν οι αθηναϊκές Κυριακές  πλάι στις δικές μας. Οικογένειες καταστηματαρχών περιπατούν πολύ αργά, ώρες ολόκληρες, στα πεζοδρόμια της Σταδίου ή στις μοναξιές της πλατείας Συντάγματος, γύρω από την εξέδρα όπου η στρατιωτική ορχήστρα σκορπίζει στους τέσσερις ανέμους φαμφάρες κωμικής οπερέτας.  Η μητέρα έχει αφήσει το καθημερινό μαντίλι και επιδεικνύει φιλάρεσκα το φέσι με τη χρυσή φούντα που πέφτει πάνω από το αυτί και είναι κόκκινο σαν παπαρούνα. Ο πατέρας ,ξυρισμένος και χτενισμένος με φροντίδα, έχοντας ξεχάσει για λίγο το μπακάλικο ή το υπαλληλικό γραφείο του, χαιρετά τους πολυάριθμους γνωστούς του με ένα χαρούμενο καλημέρα. Να απολαμβάνεις τον καλό καιρό και να βγαίνεις έξω: όλη η ευτυχία των Ελλήνων βρίσκεται εδώ. Να μένεις σπίτι σου όταν  δεν σε υποχρεώνει η βροχή ή ο ήλιος  είναι σημάδι πένθους ή κακοτυχίας. Κάποιος κατεστραμμένος έλληνας έμπορος έλεγε κάποτε σε ένα Γάλλο: « Άλλοτε ήμαστε άρχοντες, τώρα ήμαστε φτωχοί, δεν τολμώ πια να παρουσιαστώ ούτε να μιλήσω σε κανέναν» Οι απλοί άνθρωποι, εργάτες με τα κυριακάτικά τους, αδειούχοι ναύτες, υπάλληλοι που άφησαν για μια μέρα το ταμείο, πάνε να καθίσουν στα μισά της πλαγιάς του Λυκαβηττού, και όλη μέρα τραγουδούν με πολύ ένρινο τρόπο ατέλειωτες, μονότονες μελωδίες.  Οι πιο εκλεπτυσμένοι αγοράζουν δώδεκα μαζί ένα αρνί , το ψήνουν στο ύπαιθρο, στην Κηφισιά ή στους Αμπελόκηπους , το τρώνε συνοδεύοντάς το με ρετσίνα και γυρίζουν το βράδυ με την υπόσχεση να το επαναλάβουν του χρόνου. Να αποφεύγουν όσο το δυνατόν περισσότερο το βάρος του χρόνου, να κάνουν τις ώρες ελαφρές και εύκολες είναι γι’ αυτούς σκοπός ζωής. Συχνά, όταν συζητάτε με ένα άνθρωπο του λαού και τον ρωτάτε το λόγο κάποιας συγκεκριμένης διασκέδασης, σας απαντά κλείνοντας το μάτι: Ε, περνάει η ώρα! Η πολυάσχολη τεμπελιά τους είναι ακριβώς το αντίθετο της νυσταλέας απάθειας των Τούρκων. Δεν αποφεύγουν συστηματικά την εργασία, ιδίως όταν είναι εύκολη και προσοδοφόρα, μα την αναζητούν χωρίς πάθος και την ξεχνούν χωρίς τύψεις. Εκεί οι άνεργοι εργάτες δεν διαμαρτύρονται, το αντίθετο. Κάποιος φίλος μου είχε προσλάβει μερικούς εργάτες με μεροκάματο, για μια εργασία που ήθελε πάνω κάτω μια βδομάδα να γίνει. Σε τρεις τέσσερις μέρες οι καλοί αυτοί άνθρωποι τον πλησιάζουν με σεβασμό και του λένε: «Κερδίσαμε αρκετά για να ζήσουμε για ένα μήνα, θέλουμε να φύγουμε». Σαν τη χώρα τους με τα υπέροχα γυμνά βουνά, αυτά τα μεγάλα παιδιά λες και δεν καταδέχονται να παράγουν. Η γλώσσα τους ονομάζει την εργασία με τη λέξη δουλειά, που σημαίνει δουλεία.

Την άνοιξη , όπως και το φθινόπωρο , ο καλός κόσμος πάει περίπατο   από τις δέκα έως το μεσημέρι, γύρω από τ6α βασιλικά ανάκτορα. Κατά της δέκα, η φρουρά που φιλάει τις πύλες του παλατιού αντικαθίστανται από τη νέα βάρδια. Ένα ένοπλο άγημα και μια μπάντα πάνε να παραλάβουν τη σημαία από το φρούραρχο του Σταδίου μπροστά στη Βουλή(1). Μόλις εμφανιστεί ο σημαιοφόρος στο άνοιγμα της πύλης, ακούγεται η διαταγή: Παρουσιάζεται αρμ!Τα χάλκινα κρουστά αντηχούν, η γκραγκάσα χτυπάει, για να χαιρετήσει το λάβαρο του Αγίου Γεωργίου, με τον ασημένιο σταυρό πάνω στο γαλάζιο φόντο. Εφ’ ενός ζυγού, κλίνατε επί δεξιά ! Εμπρός μάρς! Και ο κόσμος παρασυρμένος από τους χαρούμενους ρυθμούς, ακολουθεί τους μικρούς γαλάζιους στρατιώτες, που μερικοί από αυτούς , ιδίως στις τελευταίες σειρές, παραμελούν την παράταξη με μια υπεροψία που μυρίζει Π α λ ι κ ά ρ ι από μια λεύγα. Συνήθως, μετά από αυτή την καθημερινή τελετή η μπάντα παίζει σκοπούς κάτω  από τα παράθυρα του βασιλιά. Ευκαιρία για μια μικρή συγκέντρωση –οι δασκάλες και οι γκουβερνάντες  σταματάνε τα κοπάδια των παιδιών που συνοδεύουν,  στρατιώτες σε αγγαρεία ακουμπούν για μια στιγμή στο χώμα τις καραβάνες  ή τις χύτρες τους, γέροι Μωραίτες  με φουστανέλα ακούνε προσεκτικά τις συγχορδίες μιας άγνωστης μουσικής ενώ ανύποπτοι διαβάτες με πρόσωπα πειρατών συνοδεύουν με μια ενστικτώδη κίνηση του κεφαλιού τους το ρυθμούς της Μασκότ (2), ή τα Μαντάμ Αγγό (3).

Την ίδια ώρα, η οδός Ερμού είναι πολυσύχναστη και πολυθόρυβη. Είναι η ώρα που οι κομψές Αθηναίες πάνε για το ψώνια τους στα καταστήματα που είναι, όσο είναι αυτό δυνατό, σμικρύνσεις του Λούωρου ή του Μπον Μαρσέ. Οι πιο σαγηνευτικές βιτρίνες έχουν ταμπέλες λίγο μυθολογικές, λίγο μοντέρνες, που είναι συνήθως η χαρά των νεοφερμένων στην πόλη ελληνιστών. Οι πωλητές των νεοτερισμών πραγματοποίησαν πραγματικό άθλο, για να μεταφράσουν σε υποφερτά κλασσικά ελληνικά την ειδική διάλεκτο των εμπορικών σχεδίων και των εμπορικών αντιπροσώπων. Όταν οι Αθηναίες σταμάτησαν να φοράνε την εθνική τους ενδυμασία, που αποτελείται από μια πουκαμίσα και μερικά φλουριά, παρουσιάστηκε μια τεράστια δυσκολία. Καθώς ο εύθικτος πατριωτισμός των Ελλήνων δεν τους επέτρεπα  να δεχτούς, επίσημα τουλάχιστον, τις λέξεις μια ξένης γλώσσας, χρειάστηκε να ονομαστεί  από την αρχή καθένα από τα μικρά κομμάτια της χωρίς σχήμα αυτής της φορεσιάς που επινοήθηκε στη Δύση λόγω ψύχους  και σεμνοτυφίας και υιοθετήθηκε στην Ανατολή χωρίς μέτρο, με όλες τις δυσκολίες και τους μπελάδες . Οι φιλόλογοι έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά. Για πρώτη φορά τώρα, το άγνωστο θέμα έγινε διασκεδαστικό και επιπόλαιο. Ο κορσές, με την πρώτη του εμφάνιση στις ακτές του Αιγαίου, βαφτίστηκε στηθόδεσμος, το πανταλόνι πήρε το όνομα περισκελίς-κατά λέξη αυτό που περιβάλλει τα σκέλη- . … Ο λαός και όσοι δεν είναι πλούσιοι, δηλαδή τα τρία τέταρτα της ντόπιας αριστοκρατίας, σπάνια συχνάζουν σε παριζιάνικα μαγαζιά της οδού Ερμού και μένουν πιστοί στην αγορά. Περνούν εκεί όλο το πρωινό τους, ψωνίζουν λίγο και κουβεντιάζουν πολύ.  Η αγορά είναι ένα κουβάρι από λοξά στενά δρομάκια, πλαισιωμένα από  καταστήματα, όπου ανάκατοι σωροί από άσχετα αντικείμενα ξεχειλίζουν κάτω από φαρδιά υπόστεγα. Αυτή η αγορά μοιάζει, στην εξωτερική της μορφή, με τούρκικο παζάρι, που δεν είναι εξάλλου επινόηση των Οθωμανών, αλλά όλης της Ανατολής, από τη Βαγδάτη ωε τις εκβολές του Καττάρο και από τον Όμηρο μέχρι τον Αβδούλ Χαμίτ (4).  Η αγορά των Αθηνών δεν είναι γραφική. Εκεί, όπως και σε όλη την Ελλάδα, η τουρκιά κυνηγιέται ανελέητα από το ζηλιάρικο πατριωτισμό των Ελλήνων. Ούτε ίχνος από εκείνους τους παλιούς εμπόρους χαλιών, που η μύτη τους εξέχει κάτω από το ψηλά τουρμπάνι, που ρεμβάζουν, σοβαροί και σιωπηλοί σαν τον χαλίφη Ομάρ (5) στην υγρή σκιά του σμυρνέϊκου  παζαριού. Ούτε ίχνος από εκείνα τα χρυσοκέντητα  πανωφόρια, που τα μανίκια τους κυματίζουν, στον αέρα με παράξενες κινήσεις. Πουθενά δεν συναντάς εκείνα τα ερεθιστικά, μεθυστικά αρώματα που ξεχύνουν την πολύπλοκη μέθη τους στους επισκέπτες του μισίρ-ταρσί της Κωνσταντινούπολης και ξαφνικά ανασταίνουν, από πολύ μακριά, ξέχειλων από χυμούς και ζωή, εξωτικά λουλούδια, τσαμπιά κόκκινων φρούτων που τα τσιμπάνε πουλιά με πολύχρωμα φτερά, ή και σκηνές από χαρέμι, σε κάποια άγνωστη  πολιτεία της Περσίας ή του Βελουχιστάν, όπου γυναίκες με φαρδιά φορέματα γλιστρούν με τα άβουλα πασούμια τους πάνω στα σχέδια των βαρύτιμων  χαλιών. Στους Έλληνες, δεν αρέσει καθόλου να μεθούν χωρίς λόγο, με θυμιάματα, μύρα και κανέλες. Δεν ενθουσιάζονται ιδιαίτερα με το μεθυστικό άρωμα των φυτών που ξεχειλίζει από το δυνατό χυμό της φλογερής βλάστησης. Προτιμούν την υγιή μυρωδιά του σκόρδου, και τις γιορτινές μέρες περιχύνουν πρόθυμα τα μαλλιά τους με πομάδες και καλλυντικά, εφευρέσεις των επινοητικών Ευρωπαίων. Τα κεντήματα και τα σιρίτια της εθνικής ενδυμασίας σπανίζουν όλο και περισσότερο στους ράφτες της αγοράς. Πρέπει να πας στο παζάρι του Άργους ή της Τριπολιτσάς , αν θέλεις να αγοράσεις σε καλή τιμή την κοκέτικη και όμορφη στολή που οι ορεινοί της Αλβανίας κληροδότησαν στους Νεοέλληνες  : το κόκκινο φέσι, που γέρνει επιτηδευμένα στα δεξιά με μια μπλε μάλλινη φούντα  που φτάνει μέχρι το αυτί, το στενό γιλέκο που φυλακίζει, σαν θώρακας σφήκας, το στενό στέρνο των Κ λ ε φ τα ώ ν , την πολύ κοντή κάπα που τα κυματιστά της μανίκια είναι στολισμένα με περίτεχνα κεντίδια, τέλος την περίφημη λευκή φ ο υ σ τα α ν έ λ α που οι πιέτες της κάνουν πολλές φορές το γύρο της μέσης και επικαλύπτουν ην μια την άλλη, σχηματίζοντας ένα είδος φουσκωτής και πτυχωτής φούστας.  Η μόδα , που σέβεται λίγο πολύ τις σταθερές μορφές του γιλέκου και της κάπας, που πολύ συχνά τροποποιεί το μήκος της φουστανέλας . Τον καιρό του Όθωνα τη φόραγαν μακριά και βαριά….Για να είσαι σίγουρος πως θα σε προσέξουν τα όμορφα κορίτσια των Μεγάρων δεν αρκεί να φοράς όμορφη φουστανέλα-πρέπει να έχεις και ωραία τα σ α ρ ο ύ χ ι α. Είναι κόκκινα παπούτσια, ανοιχτά, χωρίς τακούνια και, όπως τα παπούτσια των Κινέζων, καταλήγουν ε μια γυριστή μύτη, αλλά πάνω στη μύτη , όπου η φαντασία των Π α λ ι κ α ρ ι ώ ν έχει καρφιτσώσει μια μικρή μπλε ή κόκκινη, μάλλινη φούντα, που τρέμει σε κάθε βήμα…

 

Σημειώσεις-1) βουλή-εννοεί το κτίριο της παλαιάς βουλής, όπου σήμερα στεγάζεται το Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο, στη συμβολή των οδών Σταδίου και Κολοκοτρώνη.

2) Μασκότ- τρίπρακτη γαλλική οπερέτα του Εδμόδου Ωντράν (!842-1901), που παίχτηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1880 και σημείωσε μεγάλη επιτυχία.

3) Μαντάμ Αγγό «Η κόρη της Μαντάμ Αγγό γνωστή οπερέτα του Αλ. Λεκόκ (1832-1918) που σημείωσε παγκοσμίως πρωτοφανή επιτυχία. Παίχτηκε και στην Αθήνα.

4) Αβδούλ Χαμίτ- ο τελευταίος Σουλτάνος των Τούρκων, ο 2ο ς γιός του Αβδούλ Μετζίτ. Αναγορεύθηκε τον Αύγουστο του 1876 και εκθρονίστηκε τον Απρίλιο του 1905. Πέθανε το 1918.

5) χαλιφης Ομαρ-  με το όνομα Ομάρ είναι γνωστοί δυο μεγάλοι χαλίφες, ο  Α’ , ο γνωστός και ως Δίκαιος, ο θεμελιωτής του περίφημου τεμένους της Ιερουσαλήμ. Γεννήθηκε το 593 και δολοφονήθηκε το 644. Ο Β’ σχετίζεται με τη γνωστή αποτυχημένη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (718) επί Λέοντος του Γ’ του Ισαύρου. Ο ι Άραβες τον θεωρούσαν άγιο για την αγάπη του στη δικαιοσύνη.

G.Deschamps « η Ελλάδα σήμερα»  Οδοιπορικό 1890-Ο κόσμος του Χ.Τρικούπη. Μετάφραση: Α.Δαούτη-Πρόλογος-σχόλια : Α. Νικολοπούλου.