ΚΟΙΤΑΖΩ ΚΑΙ ΜΕ ΚΟΙΤΑΖΩ
Γράφει η
Γιώτα Τριανταφύλλου
ΚΟΙΤΑΖΩ
ΚΑΙ ΜΕ ΚΟΙΤΑΖΩ
Σφιγμένες γροθιές πάλλονταν στο στήθος
και τα χέρια με τις παλάμες ανοιχτές με ξεγελούσαν.
Σαν να απολάμβαναν την παρέα του χρόνου.
Αδυναμία κρυμμένη όριζε το κορμί μου.
Με πήρε ο ύπνος.
Οι σκέψεις έφυγαν ανακουφισμένες.
Πελώρια φλόγα ένιωσα στα ξυλιασμένα πόδια μου
και έτρεξα με τον νου στο ποτάμι.
Ήλπιζα να φτάσει στη θάλασσα, να ριχτώ στο νερό της.
Οσμές μνήμης και θλίψης βάραιναν το ταξίδι του νου.
Το ποτάμι δείλιασε.
Πώς να ελπίζει στη θάλασσα;
Αδυναμία καλά κρυμμένη με καταπίνει
και, πριν ακόμη το καταλάβω,
γίνομαι σκίτσο, χωρίς λόγια.
Καθρεφτίζομαι στη λίμνη του νου.
Μια ανάσα από το άλμα, το φως!
Ήρθε η ώρα να δω τον αφέντη μου.
Κοιτάζω αν με κοιτάζω.
Κοιτάζω και με κοιτάζω.
Να φιλιώσω μαζί του,
να γαληνέψω την ορμή του
στο ξέφωτο της σκοτεινής του αυτοκρατορίας.
Καινούργια μέρα.
Έρχεται.
Άνοιξη.
Διψασμένοι μας περιμένουν οι κήποι,
να μοιραστούμε το νερό
με τις ρίζες των λουλουδιών.
Κι έτσι έπαψα να θυμάμαι
τις σφιγμένες γροθιές
που πάλλονταν στο στήθος,
μια ανάσα απ’ τις παλάμες.



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

