ΞΕΝΟΣ ‘H ΞΕΝΗ
Γράφει η Γιώτα Τριανταφύλλου
ΞΕΝΟΣ ‘H ΞΕΝΗ
Μου είπαν ναι...
Να έρθεις!
Χτύπησα το κουδούνι, και περίμενα.
Ένας μικρός αιώνας, ράγισε το σώμα μου.
Παντού σκοτάδια, κι ας ήξεραν...
Ο χρόνος φίλος τους,
για μένα... εχθρός.
Με παράτησε μόνη
δίπλα σε μια ταλαίπωρη ελιά
με κομμένα κλαδιά
και βλαστάρια που έτρεμαν
σαν αγκάλιαζαν το γέρικο κορμί της
από φόβο μην τη χάσουν ή χαθούν.
Από τις χαραμάδες της αυλόπορτας
μπορούσα να δω ένα όμορφο σκυλί
με τεντωμένα αυτιά
να τρέχει χαρούμενο στα ξύλινα πλακάκια
και να ανεβοκατεβαίνει τα διπλά σκαλοπάτια.
Η πόρτα του σπιτιού
με τα κλειστά φώτα άνοιξε.
Κρατούν λουρί...
Μα δεν είναι ώρα για βόλτα.
Γιατί;
Τόσο δρόμο έκανα.
Μια σκέψη ξεπηδά
πριν την προλάβω,
απ' τα μπουτρούμια μιας ανάγκης.
Ανοίγει κι η έξω πόρτα.
Μπροστά μου σκοτάδια,
πίσω μου δρόμος διπλός.
Αυτοκίνητα τρέχουν προς κάθε κατεύθυνση
σαν χέρια που τρίβουν τις παλάμες τους.
Άνθρωποι και ζώα περνούν
απέναντι στο δασάκι,
τους περιμένουν περιστέρια.
Μα τα περιστέρια δεν πετούν τα βράδια,
κοιμούνται σαν τα μικρά παιδιά στα κρεβάτια τους...
Περνώ την μισάνοιχτη πόρτα
και δεν ξέρω αν είμαι ευπρόσδεκτη
κάνω ησυχία,
κοιμούνται η αγαπημένοι τους.
Διασχίζω τον διάδρομο
προς το μόνο δωμάτιο που είχε φως,
στριμώχνομαι στα πόδια του κρεβατιού,
και περιμένω τον γυρισμό απ' τα περιστέρια.
Να μείνω, να φύγω,
να...
Γιατί ήρθα;
Μαζί με το σκυλί
με τα τεντωμένα αυτιά
απουσίαζαν κι οι λέξεις
που δεν ειπώθηκαν
πίσω απ' την κλειστή πόρτα.
Ίσως,
και να τις κράτησαν τα περιστέρια, της νύχτας.
Άφησα πίσω τις ψευδαισθήσεις,
σήκωσα το κεφάλι
και πήρα τον δρόμο του γυρισμού,
χωρίς γιατί...



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

