Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

  Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

25η Μαρτίου: Όταν οι φωτιές μιλούσαν — από τις φρυκτωρίες στα παιδικά μας χρόνια

Γράφει ο 
Γιώργος Καρανάσιος 
gkaranasios24@gmail.com 

 

 

 

 

  Από τα μέσα Μαρτίου, στα παιδικά μας χρόνια, τελειώναμε σιωπηλά μια διαδικασία που είχε αρχίσει μήνες πριν, που έμοιαζε με παιχνίδι, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. 

  Ήταν η προετοιμασία του εθίμου με το άναμμα φωτιών την 25η Μαρτίου. 

  Μια συνήθεια που, χωρίς να το καταλαβαίνουμε τότε, μας έβαζε σε μια άτυπη τελετουργία συλλογικότητας και μνήμης, παρασυρόμενοι ίσως και από αυτά που είχαμε ακούσει από τις αφηγήσεις των παππούδων μας.

  Κλωνάρια, κλαδιά από έλατα, κέδρα, πουρνάρια, παλιά λάστιχα, σόλες φθαρμένων παπουτσιών, κάθε υλικό που μπορούσε να βγάλει φλόγες και να φωτίσει το σκοτάδι, συγκεντρωνόταν με επιμονή και ενθουσιασμό μήνες πριν.

  Ο στόχος ήταν απλός: η φωτιά να έχει ένταση, διάρκεια λόγω της νύχτας για να διακρίνεται από μεγάλη απόσταση.

  Το έθιμο αυτό δεν ήταν απλώς μια παιδική δραστηριότητα. Κουβαλούσε μέσα του από γενιά σε γενιά μία ιστορία. Θύμιζε τις φρυκτωρίες, τον αρχαίο τρόπο επικοινωνίας με φωτιές, όταν τα μηνύματα δια των φωτιών περνούσαν από βουνοκορφή σε βουνοκορφή. 

  Ένα σύστημα απλό, αλλά αποτελεσματικό, που ένωνε ανθρώπους και τόπους σε κρίσιμες στιγμές.

  Στο πρώτο ορεινό χωριό των παιδικών μου χρόνων, η προετοιμασία είχε χαρακτήρα κοινότητας. Μικρότερα και μεγαλύτερα παιδιά συμμετείχαν στη συγκέντρωση όλων των υλικών φωτιάς στο ψηλότερο σημείο του χωριού, στην τεχνική του  στοιβάγματος αυτών και στην τεχνική ανάμματος της φωτιάς, που έπρεπε να είναι ορατή από μεγάλη απόσταση και από όλα τα γύρω ψηλά σημεία των βουνών.

  Δεν ήταν μόνο ένα παιδικό θέαμα. Ήταν και μια σιωπηλή υπενθύμιση ότι η ιστορία δεν ήταν κάτι μακρινό.    Εξάλλου στα ίδια μέρη στα χρόνια της σκλαβιάς ήταν συνηθισμένο γεγονός το άναμμα φωτιάς ως  τρόπος ενημέρωσης συμβάντων.

  Στο επόμενο μεγαλύτερο χωριό διαμονής σε οροπέδιο τώρα, η ίδια διαδικασία αποκτούσε πιο έντονο και ανταγωνιστικό χαρακτήρα. 

  Ομάδες παιδιών κυρίως από τους δύο μεγάλους μαχαλάδες "πέρα και δώθε", μαζεύαμε κατάλληλα υλικά για το βραδινό θέαμα των φωτιών με δυνατή φλόγα, πολλές φορές μέσα από «επιδρομές», σ' ένα ανταγωνιστικό παιχνίδι μαζέματος που συνδύαζε συνεργασία, κυνηγητό και στρατηγική. 

  Οι φωτιές που άναβαν στο τέλος ήταν το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας.

  Τη νύχτα της 25ης Μαρτίου, το τοπίο άλλαζε. Οι φλόγες υψώνονταν σε διάφορα σημεία με θέα και έμοιαζαν σαν διάσπαρτα αστέρια πάνω στη γη. 

  Το φως, οι φωνές, οι καπνοί, οι μυρωδιές του καμένου λάστιχου, τα μουτζουρωμένα πρόσωπα δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα που δύσκολα περιγράφεται.

  Κάποτε, τέτοιες φωτιές δεν ήταν μόνο έθιμο. Ήταν ανάγκη. Μ' αυτές επικοινωνούσαν οι άνθρωποι σε δύσκολες εποχές, μεταφέροντας μηνύματα και οργανώνοντας τον μεγάλο Αγώνα της απελευθέρωσης.

  Στην Επανάσταση του 1821, η φωτιά λειτούργησε ως μέσο συνεννόησης και συντονισμού, ιδιαίτερα σε ορεινές περιοχές.

  Στο βιβλίο, «Ο Δωρικός Διάδρομος και τα Ιστορικά Στενά Γραβιάς – Άμπλιανης» (Καρανάσιος Γεώργιος) αναδεικνύεται αυτή η διαχρονική χρήση της φωτιάς, από τις φρυκτωρίες της αρχαιότητας, τις βίγλες των γύρω βουνών, που παραμένουν στη μνήμη ως τοπωνύμια, έως τη συμβολική και πρακτική της σημασία στον μεγάλο Αγώνα.

  Σήμερα, το έθιμο αυτό δεν αναβιώνει στον τόπο μας. Παραμένει όμως ζωντανό ως ανάμνηση. Ως εικόνα, ως μυρωδιά εκείνων των καμένων, ως αίσθηση μιας εποχής όπου το κοινό βίωμα είχε μεγαλύτερη δύναμη.

  Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ουσιαστικό: ότι η ιστορία δεν διατηρείται μόνο μέσα από γεγονότα, βιβλία, εκδηλώσεις και επετείους, αλλά μέσα από μικρές εμπειρίες που αφήνουν αποτύπωμα. 

  Όπως μια φωτιά που κάποτε άναψε και συνεχίζει, με τον τρόπο της, να φωτίζει τη μνήμη.

 

Υ.Γ. Από το νέο βιβλίο μου, «Ο Δωρικός Διάδρομος και τα Ιστορικά Στενά Γραβιάς – Άμπλιανης»:

Η φρυκτωρία, δηλαδή η μετάδοση σημάτων με φωτιά, ήταν η γλώσσα του φωτός. Ο φρυκτός ο αναμμένος πυρσός δεν ήταν απλώς φως, αλλά μήνυμα. Από κορυφή σε κορυφή, η φλόγα ταξίδευε μεταφέροντας είδηση, προειδοποίηση, ελπίδα.

Από τα χρόνια της Τροίας έως την Επανάσταση του 1821, οι φωτιές αποτέλεσαν βασικό μέσο επικοινωνίας. Πύργοι και βίγλες, καπνοί την ημέρα και φλόγες τη νύχτα, συνέδεαν μακρινούς τόπους και ανθρώπους που δεν έβλεπαν ο ένας τον άλλον, αλλά κατανοούσαν το ίδιο σήμα.

Στον Αγώνα, η φωτιά δεν ήταν μόνο πρακτικό μέσο, ήταν σημάδι ζωής και συντονισμού, μια σιωπηλή συμφωνία ότι κανείς δεν ήταν μόνος.

Ήταν, με τον τρόπο της, η φωνή της εποχής τα «ραδιοσήματα» και οι «δορυφόροι» εκείνων των χρόνων.

 

 

 

 

randomness