Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

  Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

Η πόρνη, ο ληστής και ο προδότης

Aντιγραφή  
από το Νίκο Δαβανέλλο

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια επίκαιρη αναφορά στις  Άγιες Ημέρες που θα ζήσουμε λίαν προσεχώς.  Είναι ένα μικρό κείμενο γραμμένο από τον δικό μας σπουδαίο λογοτέχνη, μεταφραστή και θεατρικό κριτικό  Κώστα Γεωργουσόπουλο, το οποίο σήμερα βρίσκεται στο αρχείο μου.

« Είναι χρήσιμο αυτές τις άγιες, για μας, ημέρες να θυμίζουμε στους Ευρωπαίους εταίρους μας αλλά και στους διπλωμάτες της υπερατλαντικής Δημοκρατίας, που συχνά-πυκνά αναλαμβάνουν να μας καθοδηγήσουν στον ορθό δρόμο-ορθό λόγο τους πως ανεξάρτητα από την κοινή (αν είναι πλέον κοινή) επιθυμία εκατέρωθεν να συμβιώσουν κυρίως ως οικονομικές οντότητες, υπάρχουν κάποιες θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα στις εκατέρωθεν πολιτισμικές παραδόσεις που καθιστούν τη συμβίωσή μας προβληματική, αν δεν υπάρξει αμοιβαία κατανόηση».
«Δεν είναι τυχαίο βέβαια πως οι προτεστάντες κυρίως και οι μεσευρωπαίοι  καθολικοί από τις δυο μεγάλες χριστολογικές εορτές κλίνουν προς το μυστήριο της Γεννήσεως και λαμπρύνουν τα Χριστούγεννα.  ΟΙ Ορθόδοξοι και οι νότιοι Καθολικοί ( Ιταλοί και Ισπανοί, που οφείλουν ουσιώδεις μορφές της λατρείας τους στους Άραβες, τους Σαρακηνούς και τους Έλληνες) λαμπρύνουν τη στολή της ψυχής τους μέσα στην τραγική  βίωση του σταυρικού πένθους και στο μυστήριο της Αναστάσεως.
Το αρχαίο τραγικό μονοπάτι, η ατραπός του μάθους δια του πάθους είναι κοινόχρηστο και οικείο όχημα των λαών του Νότου της καθ’ ημάς Ανατολής.
Ο βόρειος άνθρωπος θεοποιεί τον σπόρο, ο ανατολίτης και ο νότιος την ανθοφορία, τον οργασμό της φυσικής αναγέννησης. Πιθανόν γι’ αυτό το βόρειο ήθος είναι οικονόμο, ενώ το ορθόδοξο νότιο σπάταλο , το βόρειο φιλάργυρο και αποταμιευτικό  και άρρεν, το νότιο θηλυκό, γενναιόδωρο και σκορποχώρι. Όταν ο Αγαμέμνων στην αισχυλική «Ορέστεια» διστάζει να πατήσει το κόκκινο χαλί που του στρώνει η Κλυταιμνήστρα επικαλείται, ο μίζερος, ο στενόκαρδος και το επιχείρημα της σπατάλης- μήπως το σπάνιο χαλί φθαρεί. Η Κλυταιμνήστρα –φύση, μητέρα, μήτρα του θυμίζει πως η θάλασσα που προμηθεύει την πορφύρα είναι ανεξάντλητη. «Τη θάλασσα, τη θάλασσα και ποιος θα την αδειάσει;»
Γνωρίζω πόσο οι οικονομικοί  μας συνεταίροι αφρίζουν από την ιερή αγανάκτηση που τέτοιες ημέρες αφηνόμαστε στην ουσία της ύλης, καταναλώνουμε άπληστα αγαθά, μεθάμε, γλεντάμε, χορεύουμε και τα σπάμε. Δεν μπορούν να διανοηθούν οι χριστιανοί που μετέτρεψαν το Άγιο Πνεύμα σε Τράπεζα (αυτός είναι ο τίτλος της τραπεζικής δραστηριότητας του Βατικανού «Τράπεζα του Αγίου Πνεύματος») πως ένα μεροκαματιάρης που έχει ένα πιάτο μπορεί να το σπάσει για να τιμήσει τον ξένο ή να γιορτάσει το γάμο του παιδιού του. Δεν αντιλαμβάνονται την απελευθερωτική κραυγή «ας πάει και το παλιάμπελο» ή το ποιητικό παράπονο  «Όποιος πεθαίνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει». Δεν μπορούν να κατανοήσουν το βαθιά ριζωμένο  μέσα μας, «Φάγωμεν, πίωμεν αύριον γαρ αποθνήσκωμεν»
Οι βορεινοί μας εταίροι έχουν κάνει δόγμα τους την παραβολή του καλού δούλου, εκείνου που επέστρεψε στον αφέντη του πολλαπλάσια τα δηνάρια που του εμπιστεύτηκε. Εμείς εδώ κάτω στον Νότο, της ανθρωπιάς τιμάμε με δοξολογίες και υπέροχους ύμνους  την πόρνη και το ληστή. Πόσο μπορεί να το αντιληφθεί , π.χ. αυτό ο κ. Μπέρνς. Από τις ευαγγελικές αφηγήσεις επιλέξαμε να εξάρουμε  το επεισόδιο της πόρνης, αυτής που έσωσε ο Χριστός από το λιθοβολισμό προτρέποντας τους ηθικολόγους να ρίξουν πρώτοι, αν είναι αναμάρτητοι. Αυτή η πόρνη, που έλουσε με μύρα τα πόδια του Σωτήρα της και τα σπόγγισε με τα μαλλιά της, θα βρει αιώνια ασυλία στον Παράδεισο όχι τόσο γιατί «πολύ αγάπησε». Ο οίστρος της ακολασίας οδηγεί συχνά στον οίστρο της αθανασίας.  Μ. Τρίτη, Μ. Τετάρτη και Μ. Πέμπτη στους ναούς της Ορθοδοξίας τραγουδούμε οιστρήλατοι την πόρνη, τον Ιούδα και τον εξ ευωνύμων ληστή.
Ναι, ταυτιζόμαστε με το ληστή που πίστεψε χωρίς αποδείξεις, χωρίς επιχειρήματα, χωρίς τον ορθό λόγο. Αυτός, ο ληστής θα κερδίσει ια θέση στην αθανασία όχι γιατί μετάνιωσε τόσο όσο γιατί πίστεψε. Πίστεψε ακριβώς γιατί υπάρχει κάτι παράλογο. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης, ως διευθυντής της Χωροφυλακής Αθηνών, συνέλαβε κάποτε έναν κατσικοκλέφτη. Τον κρέμασε ανάποδα στο δένδρο, έβγαλε τη ζωστήρα του και τον σάπισε στο ξύλο, δημόσια. Ύστερα τον κατέβασε, τον έπλυνε, του έδεσε τις πληγές και τον κάθισε στο τραπέζι του σπιτιού του και τον τάισε!!!
Σ’ αυτόν εδώ τον τόπο (που συχνά προκαλεί την ευπρέπεια και τον καθωσπρεπισμό των εταίρων μας) έχουμε τόση κατανόηση για την αμαρτία και για τις ανθρώπινες αδυναμίες, ώστε ο θρησκευτικότερος συγγραφέας μας, που τον μνημονεύουμε όταν θολώνει ο νους μας, o Παπαδιαμάντης, έγραψε με βαθιά κατανόηση για την άβυσσο της ψυχής μιας «Φόνισσας» ώστε να την οδηγήσει στο θάνατο χωρίς να τη χαρίσει σε καμιά δεοντολογία, «μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης»
Ας προσπαθήσουν να μας καταλάβουν οι παρεπίδημοι ξένοι μας. Τιμάμε και την πόρνη, και τον ληστή, κατανοούμε και τον φονιά και τον προδότη ( σ’ αυτόν τον τόπο το γεύμα του Αχιλλέα και του Πριάμου επαναλήφτηκε ξανά στο γεύμα Μάρκου Βαφειάδου-Τσακαλώτου), γιατί μαζί με τον Μαρμελάντωφ, τον πόρνο, κλέφτη, νταβατζή, μέθυσο, αιμομίχτη, αντιήρωα του Ντοστογιέφσκι  πιστεύουμε πως έχουμε μια θέση στον Παράδεισο, επειδή ποτέ δεν πιστέψαμε (όπως οι αλαζόνες εταίροι μας) πως θα σωθούμε. Όπως λέει ο δις αιωνόβιος Σoλωμός μας, «από βυθό σ’ άλλο βυθό ώσπου δεν ήταν άλλος και κείθε βγήκε ανίκητος»
Καλή Ανάσταση!

Κώστας Γεωργουσόπουλος 
(Λαμία, 17 Σεπτεμβρίου 1937 – Αθήνα, 6 Δεκεμβρίου 2024)

 

Ενημερωτικά δελτία

Ενημερωθείτε άμεσα από την εφημερίδα μας για τις τελευταίες ειδήσεις μέσα από την ηλεκτρονική σας διεύθυνση.
randomness